ΠΑΡΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
1801 — 1850

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ
Αλέξης Πολίτης

ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ
Παναγιώτης Αντωνόπουλος, Βασιλική Παλαιοχώρη, Αλέξης Πολίτης

συνεργασία
Ηρώ Βαμβακίδου

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

και μεταγενέστερες εκδόσεις τους

 

1 7 7 6

 

–►[Χειρόγραφη ανθολογία Γραμματικού]

[Λανθάνει· χρησιμοποιείται το νεότερο αντίγραφο Βακαλόπουλου (βλ. Ελληνικά, 11 (1939) 109). Αντιγράφεται, ταξινομημένο κατά σελίδες, το ευρετήριο πρώτων στίχων από το: Άντεια Φραντζή, επιμ., Μισμαγιά. Ανθολόγιο φαναριώτικης ποίησης κατά την έκδοση Ζήση Δαούτη (1818), Αθήνα 1993, 256-263]

σελ. 1: (αρχ.) Απορώ πώς να αρχίσω, δια να σας παραστήσω, σελ. 1: (αρχ.) Τα κάλλη σου ψυχή μου, τα τόσα θαυμαστά, σελ. 2: (αρχ.) Παρακαλώ καρδιά μου, εις όσο κ’ αν γνωρίζεις, σελ. 3: (αρχ.) Πολλά με κακοφαίνεται, να απιστείς ω φως μου, σελ. 3: (αρχ.) Επήρα την απόφαση, πλέον απ’ το πουλί μου, σελ. 4: (αρχ.) Ω θαύμα στο ανθρώπινον, γένος, πλάσμα, και τέρας, σελ. 5: (αρχ.) Το ωραίον πρόσωπόν σου σχηματίζει ουρανόν, σελ. 5: (αρχ.) Τί σκληρότης είναι φως μου, αφ’ ού τόσον σε ποθώ, σελ. 6: (αρχ.) Η ευμορφιά σου φως μου, είν’ θαυμασμός του κόσμου, σελ. 7: (αρχ.) Με βεβαιώνει αρκετά, το φως πως δεν με απατά, σελ. 8: (αρχ.) Το φως μου όταν με θωρεί, πως φθείρομαι το απορεί, σελ. 8: (αρχ.) Το κάλλος με υπερβολή, αστράπτει κι ακτινοβολεί, σελ. 9: (αρχ.) Οι χάρες κ’ οι λαμπρότητες, φως μου κ’ οι ωραιότητες, σελ. 9: (αρχ.) Ήθελα να ’χω μια τέτοια χάρη, να ’χουν οι στίχοι μου ιντπάρι, σελ. 10: (αρχ.) Το φως από τον ήλιον, δέχεται το φεγγάρι, σελ. 10: (αρχ.) Δεν μπορώ ποτέ να ζήσω, απ’ το φως μου αν χωρίσω, σελ. 11: (αρχ.) Της ευμορφιάς σου η θεωρία, είν’ της ζωής μου η διορία, σελ. 11: (αρχ.) Με αχ και πάλιν προοιμιάζω, και με το ίδιον το τέλος βάζω, σελ. 12: (αρχ.) Στα μάτια όπου λακταρώ, διπλήν ενέργειαν θωρώ, σελ. 12: (αρχ.) Έλα φως μου να κάμωμεν, οι δυό με συμφωνία, σελ. 13: (αρχ.) Πικρόν ποτήρι χωρισμού, ως πότε να σε πίνω, σελ. 13: (αρχ.) Πλανούνται οσ’ ορέγονται, κορίτζα και αγαπούνε, σελ. 14: (αρχ.) Ή με στέλλεις την καρδιά σου, ή κρατείς και το κορμί, σελ. 15: (αρχ.) Πώς να κάμω να πιστεύσει, πλέον και να ειρηνεύσει, σελ. 16: (αρχ.) Το δένδρον της αγάπης σου, με φύλλα πιστοσύνης, σελ. 16: (αρχ.) Θέλεις να με θανατώσεις, φως μου και να με σκοτώσεις, σελ. 17: (αρχ.) Στα μάτια όπου λακταρώ, διπλήν ενέργειαν θωρώ, σελ. 17: (αρχ.) Ζώ μα δεν καταλαμβάνω, αν στον κόσμο είμ’ απάνω, σελ. 18: (αρχ.) Τί ζωή πολλά αθλία, στεναγμών πολλών αιτία, σελ. 19: (αρχ.) Ω τύχη, τί επιθυμείς, ακόμη που με πολεμείς, σελ. 19: (αρχ.) Με δάκρυα να κάμ’ αρχήν, και μεθ’ αναλογίας, σελ. 20: (αρχ.) Μαύρα πλιά αποφάσισα, εις το εξής να βάλω, σελ. 20: (αρχ.) Αχ έρωτα σκληρότατε, και ποιά είν’ τα καλά σου, σελ. 21: (αρχ.) Ψυχή μου τί αδημονείς, όταν σε πω πως δεν πονείς, σελ. 22: (αρχ.) Ο έρωτας θυμώθη, κ’ επάνω μ’ αγριώθη, σελ. 22: (αρχ.) Με βάσανα καθημερινά, η θλιβερή μ’ ζωή περνά, σελ. 23: (αρχ.) Εχάθηκαν οι κόποι μου, εκόψαν την ελπίδα, σελ. 24: (αρχ.) Την ώραν π’ αξιώνομαι, να σε ιδώ πουλί μου, σελ. 24: (αρχ.) Κάθε καιρού μεταβολή, κάνει μιαν νέαν αλλαγή, σελ. 25: (αρχ.) Με το να ξεύρω πως περνά, το φως μου με ζηέτια, σελ. 25: (αρχ.) Αχ άνθρωπος εστάθη, άλλος κανείς να πάθει, σελ. 26: (αρχ.) Μόλις κ’ εγ’ αξιώθηξα, με κόπους με μηνέτια, σελ. 26: (αρχ.) Εις ένα κάλλος θαυμαστό, πολλούς επαίνους χρεωστώ, σελ. 27: (αρχ.) Καρδιάν οπού πιστεύθηκες, και πήρες αμανέτι, σελ. 27: (αρχ.) Η φλόγα η ερωτική, εστάθη υπερβολική, σελ. 28: (αρχ.) Τώρα πλιά αποφασίζω, στο εξής να εγλεντίζω, σελ. 28: (αρχ.) Μαύρα πλιά αποφάσισα, εις το εξής να βάλω, σελ. 29: (αρχ.) Μ’ αρζουχάλι τους καημούς μου, φανερώνω θλιβερά, σελ. 29: (αρχ.) Καθώς η θάλασσα αυτό, πάντα το συνηθίζει, σελ. 30: (αρχ.) Όποιος μένα κατακρίνει, ο θεός του να τον κρίνει, σελ. 30: (αρχ.) Αυτό τ’ είναι το δικόν μου, το κακόν το ριζικόν μου, σελ. 31: (αρχ.) Τί πόνος και καημός πολύς, εις την καρδιά μ’ και λαύρα, σελ. 31: (αρχ.) Ν’ απελπισθώ με έκαμες, να μ’ είχα σε γνωρίσει, σελ. 32: (αρχ.) Ω εύμορφον ερωτικόν πρόσωπον παινεμένον, σελ. 32: (αρχ.) Τί μεγάλην εξουσίαν, και ισχύν δυναστικήν, σελ. 32: (αρχ.) Με το να ’ναι η καρδιά σου, εις εμέ παντοτινά, σελ. 33: (αρχ.) Γαζέτες και για μένα, πρέπει να τυπωθούν, σελ. 33: (αρχ.) Με το μιζράπι των ματιών, που ’ναι γεμάτα νούρι, σελ. 34: (αρχ.) Στην στράταν της ευνοίας σου, μεντζίλ επιθυμίας, σελ. 34: (αρχ.) Πως δεν είναι ελπίδα, από πολύς το είδα, σελ. 35: (αρχ.) Πλιά το ιδικόν μου πάθος, εγνωρίσθη χωρίς λάθος, σελ. 36: (αρχ.) Με ένα βλέμμα ιλαρό, ιδές με που να σε χαρώ, σελ. 36: (αρχ.) Με βεβαιώνει αρκετά, το φως μου πως δεν με απατά, σελ. 37: (αρχ.) Φως μου μαΐλης έγινα, στην ωραιότητά σου, σελ. 37: (αρχ.) Τώρα εφάνη θαυμαστόν, ωραίον και επαινετόν, σελ. 37: (αρχ.) Με πόθον υπερβολικόν, με έρωτα καθολικόν, σελ. 38: (αρχ.) Πολλά είναι τα πάθη μου, και οι συλλογισμοί μου, σελ. 39: (αρχ.) Φως μ’ από την αγάπη μου, λες δεν ευχαριστείσαι, σελ. 39: (αρχ.) Πολλά απ’ την αγάπη σου είμαι βαζηεστημένη, σελ. 40: (αρχ.) Τάχατες αξιώνομαι, να σε ιδώ πουλί μου, σελ. 40: (αρχ.) Αγάπη δεν έχει ποτέ, σε μένα η κυρά μου, σελ. 41: (αρχ.) Σε συλλογήν βυθίσθηκα, και σε μελαγχολίαν, σελ. 41: (αρχ.) Με πάθη κι αναστεναγμούς, και μ’ αναρίθμητους καημούς, σελ. 42: (αρχ.) Ω χείλη μου πολλά πικρά, και συμφορά μεγάλη, σελ. 42: (αρχ.) Νέον ιτζέτι ευμορφιάς, ο χρόνος θε να φέρει, σελ. 43: (αρχ.) Πλιά να είναι τάχα πάλιν η αιτία της οργής, σελ. 43: (αρχ.) Νέος σεβτάς φυτρώθηκε, ντουτούμ εις την καρδιά μου, σελ. 44: (αρχ.) Μια λεπτή δροσιά, με ηδονήν με νάζι, σελ. 44: (αρχ.) Αν στον κόσμον ήλθες μόνον, για τον εδικόν μου φόνον, σελ. 45: (αρχ.) Με τες ελπίδες έφθειρα, το άνθος της ζωής μου, σελ. 45: (αρχ.) Από τα μάτια αρχινά, ο έρως πάντα να πλανά, σελ. 46: (αρχ.) Ο νους μου έχει ταραχή, ότι το σώμ’ απ’ την ψυχή, σελ. 46: (αρχ.) Εάν δεν ήθελες φιλία, γιατί μ’ έδωσες αιτία, σελ. 47: (αρχ.) Τώρα πλέον εγνωρίσθη, τώρα είναι φανερόν, σελ. 47: (αρχ.) Με των ωραίων σου ματιών, τες λαμπερές ακτίνες, σελ. 48: (αρχ.) Πές μ’ ακόμη να ελπίζω, ή του κάκου τριγυρίζω, σελ. 48: (αρχ.) Καρδιά σαν λείψ’ απ’ το κορμί, με βίαν και χωρίσει, σελ. 49: (αρχ.) Δεν είδα τέτοιαν ευμορφιάν, τέτοιαν ωραίαν ζωγραφιάν, σελ. 50: (αρχ.) Με δάκρυα θα κάμ’ αρχήν και με θρηνολογίαν, σελ. 50: (αρχ.) Δεν ημπορώ εξ άπαντος, αυτήν την δυστυχίαν, σελ. 50: (αρχ.) Αμάν από τα χέρια σου, κι απ’ τα πικρά σου λόγια, σελ. 54: (αρχ.) Άλλο δεν είν’ να συγχύζει, τόσον να με αφανίζει, σελ. 51: (αρχ.) Εις το άκρον της κακίας, ήλθ’ η τύχη μου βαθμόν, σελ. 52: (αρχ.) Τόση πολλή υπομονή, σ’ άλλον τινά που να πονεί, σελ. 52: (αρχ.) Καλή εφάνη η αρχή, ήσυχη δίχως ταραχή, σελ. 53: (αρχ.) Τα κάλλη έχουν φυσικά, κινήματα ερωτικά, σελ. 53: (αρχ.) Πουλάκι μου σε χαρώ, εσένα μόνον λακταρώ, σελ. 54: (αρχ.) Θαυμάζω όταν βιασθώ, τους πόνους μου να στοχασθώ, σελ. 54: Άλλο δεν είν’ να συγχύζει,τόσον να με αφανίζει, σελ. 55: (αρχ.) Της τύχης η κακή βουλή, ο φθόνος η επιβουλή, σελ. 55: (αρχ.) Εφάνη ήλιος λαμπρός, ανέλπιστος και τυχηρός, σελ. 56: (αρχ.) Τί μεγάλη απορία, οπού η πολυκαιρία, σελ. 56: (αρχ.) Τελεία και σωστή χαρά, και ευτυχία καθαρά, σελ. 57: (αρχ.) Η ψυχή μ’ παραπονείται, και με λέγει πως λυπείται, σελ. 58: (αρχ.) Κανένα πράγμα δεν απορεί, τόσον να με πληροφορεί, σελ. 58: (αρχ.) Αξίαν έχει δυνατή, και δύναμιν πολλήν κρατεί, σελ. 59: (αρχ.) Μέσα σε θάλασσα πλατιά, οπού ανάπτει σαν φωτιά, σελ. 59: (αρχ.) Κάθε καλόν κ’ επαινετόν, ο φθόνος αφανίζει, σελ. 60: (αρχ.) Πλέον θε να παραιτηθώ, κι από τα ζεύκια ν’ αφεθώ, σελ. 60: (αρχ.) Μ’ ό,τι τρόπος κι αν θελήσει, το πουλί μ’ να εγλεντήσει, σελ. 61: (αρχ.) Ευθύς οπού ανταμωθώ και δω το φως μ’ οπού ποθώ, σελ. 61: (αρχ.) Επιθυμούσα να χαρώ, ένα διαμάντι καθαρό, σελ. 62: (αρχ.) Τώρα πλέον ταξιδεύω, δίχως και να κινδυνεύω, σελ. 62: (αρχ.) Τα άνθη είν’ προσωρινά, δεν στέκονται παντοτινά, σελ. 63: (αρχ.) Τα θέλγητρα που έχεις, αγάπη μ’ φυσικά, σελ. 63: (αρχ.) Άσπρ’ ήτον η καρδιά μου πρώτα και ανοικτή, σελ. 64: (αρχ.) Μια ψυχή σε δυο κορμιά, λέγουν οι προκομμένοι, σελ. 65: (αρχ.) Τα εναντία λέγουσι, πως πάλιν θεραπεύουν, σελ. 65: (αρχ.) Με δυο πάθη τυραννούμαι, φοβερά και πολεμούμαι, σελ. 66: (αρχ.) Ποτέ κανείς ας μην ειπεί, πως πάντοτε θα τον λυπεί, σελ. 66: (αρχ.) Μέσα σε αρκετόν καιρόν, σε μέρος πολλά δροσερόν, σελ. 67: (αρχ.) Λές πως μ’ έχεις εδικόν σου, εις τα πάθη σου γιατρόν σου, σελ. 67: (αρχ.) Δεν σε έχω εδικόν μου, κ’ εις τα πάθη μου γιατρόν μου, σελ. 68: (αρχ.) Με ιδρώτας με κόπους, με διαφόρους τρόπους, σελ. 69: (αρχ.) Το στόμα πάντα εξηγεί, και φανερώνει την πληγή, σελ. 69: (αρχ.) Εις τα δικά σου κάλλη, γλώσσα χρειάζετ’ άλλη, σελ. 70: (αρχ.) Άσπρα πλιά αποφάσισα, εις το εξής να βάλλω, σελ. 70: (αρχ.) Αχ δεν επίστευα ποτέ έτζι να καταντήσω, σελ. 71: (αρχ.) Το πρόσωπόν σου το λαμπρόν, οπόταν συννεφιάζει, σελ. 72: (αρχ.) Η θέλησις αληθινά, του καθ’ ενός παντοτινά, σελ. 72: (αρχ.) Από τα τόσα ντέρτια, πάθη και εζιέτια, σελ. 73: (αρχ.) Στην αγάπην η κακία, εις τους όρκους απιστία, σελ. 73: (αρχ.) Καρδιά μ’ οπού πιστεύθηκες, κ’ έλαβες αμανέτι, σελ. 74: (αρχ.) Όταν οι αναθυμίασες, των στεναγμών πληθύνουν, σελ. 74: (αρχ.) Έως τώρα ημπορούσα, την καρδιά μου εκρατούσα, σελ. 75: (αρχ.) Την ώρα π’ αξιώνομαι να σε ιδώ ψυχή μου, σελ. 75: (αρχ.) Δεν είναι επιθυμητόν τόσον πράγμα κανένα, σελ. 76: (αρχ.) Όλα τα πράγματα καιρόν, πως έχουν είναι φανερόν, σελ. 77: (αρχ.) Τα μάτια μ’ σαν αξιωθούν, και δουν τα μάτια που ποθούν, σελ. 77: (αρχ.) Οι έρωτες εκόνευσαν, στα εύμορφά σου μάτια, σελ. 78: (αρχ.) Όλο τινάς όταν θαρρεί, κ’ αν εχ’ αιτία να χαρεί, σελ. 78: (αρχ.) Αν οι ορμές του έρωτος, δεν ήτον μαζωμένες, σελ. 79: (αρχ.) Όσον βρίσκεσαι κρυμμένος, και στα σύννεφα βαλμένος, σελ. 79: (αρχ.) Και ποιό καλό να θυμηθώ, τύχη μου εδικόν σου, σελ. 80: (αρχ.) Ενός ρόδου θεωρία, και θεωριά και ευωδία, σελ. 80: (αρχ.) Βλέπω φυτά τα χαμηλά, και πλιό ταπεινωμένα, σελ. 81: (αρχ.) Στο ταξίδι της ζωής μου, εξ αρχής της εδικής μου, σελ. 82: (αρχ.) Φως μου με εκατάστησες, πέτρα να ρίξω πίσω, σελ. 82: (αρχ.) Πρέπει πλέον να ελπίσω, εγώ τάχα πως θα ζήσω, σελ. 83: (αρχ.) Εκείνα που ορέγεται, και θέλει η καρδιά μου, σελ. 84: (αρχ.) Στοχάζομαι και απορώ, στην τωρινήν φιλία, σελ. 84: (αρχ.) Οι πόρτες βλέπω σφάλισαν, πλέον της ευσπλαχνίας, σελ. 85: (αρχ.) Μια τύχη θυμωμένη, εις εσέν ακολουθεί, σελ. 85: (αρχ.) Θάνατε τί εγίνηκες, θάνατε τί προσμένεις, σελ. 86: (αρχ.) Τα πάθη μ’ δεν γνωρίζει ή δεν με πονεί, σελ. 87: (αρχ.) Όποιος πλιά αποφασίσει, για να αντιπολεμήσει, σελ. 87: (αρχ.) Η τύχη μ’ καθώς περπατεί, πολύ αυτό σουρτίζει, σελ. 88: (αρχ.) Ο έρωτας σαν σκορπισθεί, κι οπόταν διαμοιρασθεί, σελ. 88: (αρχ.) Ηθέλησεν η τύχη μου, μόλις μ’ ελεήσει, σελ. 89: (αρχ.) Τί πλέον να λυπούμαι, χωρίς να ωφελούμαι, σελ. 90: (αρχ.) Παντοτινές καταδρομές, πολέμους και σκληρές ορμές, σελ. 90: (αρχ.) Ο βίος μου εστάθη παράδειγμα στα πάθη, σελ. 90: (αρχ.) Εχάθηκαν οι κόποι μου, εκόψαν την ελπίδα, σελ. 91: (αρχ.) Δυο καρδιών αλισβερίσι, όποιος κι αν το πασαρδίσει, σελ. 91: (αρχ.) Δεν είναι τρόπος να γενεί κι άλλη, τόσον ωραία με τόσα κάλλη, σελ. 92: (αρχ.) Η ωραιότης δεν θεωρείται, μήτε τελείως ποτέ μετρείται, σελ. 93: (αρχ.) Την ακατάστατον ροπήν, και την συχνήν μετατροπήν, σελ. 94: (αρχ.) Πουλί μου μην αδημονείς, πουλί μου μην λυπήσαι, σελ. 95: (αρχ.) Το λέγουν όλοι καθαρά, πως έχει πάντα η χαρά, σελ. 95: (αρχ.) Δεν δύναται ποτέ τινάς, καλώς να επαινέσει, σελ. 96: (αρχ.) Είναι στον κόσμον, και άλλα κάλλη, σελ. 97: (αρχ.) Αφανισμός και λύπη, ξεύρεις τί θελαπεί, σελ. 98: (αρχ.) Φέτος το καλοκαιράκι, κοιλαδούσ’ ένα αϊδονάκι, σελ. 99: (αρχ.) Από τον κόπον τον πολύ, επλάγιασα μίαν αυγήν, σελ. 100: (αρχ.) Μελαγχολική σε βλέπω, και μεγάλην λύπην έχω, σελ. 101: (αρχ.) Ποτέ μου δεν θυμούμαι ’γώ, το αχ να το φωνάζω, σελ. 101: (αρχ.) Έρωτα εις τον θεόν σου, παύσε από τον θυμόν σου, σελ. 102: (αρχ.) Ψυχή μου πλέον έφθασεν η ώρα η τρομασμένη, σελ. 102: (αρχ.) Η άνοιξις μ’ εφάνηκε, έρωτα, σαν χειμώνας, σελ. 103: (αρχ.) Τί σκέπτεσαι πουλάκι μου, πες μου το αϊδονάκι μου, σελ. 103: (αρχ.) Εις τα άπονά σου κάλλη, θέλα ρίξω αρζεχάλι, σελ. 104: (αρχ.) Φωνάζ’ η θλιβερή καρδιά, πως δεν το υποφέρει πλιά, σελ. 104: (αρχ.) Το ριζικόν μου το σκληρό, θαυμάζομαι και απορώ, σελ. 105: (αρχ.) Με λες να μη μελαγχολώ, και δεν θαυμάζεις πως λαλώ, σελ. 105: (αρχ.) Διαβαίνει το πουλάκι μου, τ’ ολόχρυσο αϊδονάκι μου, σελ. 105: (αρχ.) Βάστα καρδιά μου τους καημούς, τους πόνους και παραδαρμούς, σελ. 106: (αρχ.) Χείλη μου πικραμένα, τί πάθατε καημένα;, σελ. 106: (αρχ.) Ποιός έχει έρωτος καημούς, βάσανα κ’ αναστεναγμούς, σελ. 107: (αρχ.) Ω πρόσωπον ερωτικό, μάτια γλυκά με νούρι, σελ. 107: (αρχ.) Τί ανεθάρρευτο κακό; Τί οργισμένο ριζικό;, σελ. 108: (αρχ.) Σήμερα μέρα σκοτεινή, ξημέρωσε για μένα, σελ. 109: (αρχ.) Σ’ ένα χρυσό κλουβάκι, είν’ έν εύμορφο πουλάκι, σελ. 109: (αρχ.) Με δάκρυα θ’ αρχίσω, και να σε το πω, σελ. 110: (αρχ.) Φέτος το καλοκαιράκι, κοιλαδούσ’ ένα αϊδονάκι, σελ. 110: (αρχ.) Σκεπάσματα πολλά θορώ, σ’ ένα κλουβί και απορώ, σελ. 110: (αρχ.) Θέλω να καταπαύσω, και πώς να ησυχάσω, σελ. 111: (αρχ.) Ω τύχη εναντία, γιατί με τόσην βία, σελ. 111: (αρχ.) Κλάψετε μάτια μ’ κλάψετε, και παντελώς μη παύσετε, σελ. 112: (αρχ.) Τέτοια τύχη οργισμένη, και ζωή τυραννισμένη, σελ. 112: (αρχ.) Από πέρσι το πουλί μου, κακιομένο ’ναι μαζί μου, σελ. 113: (αρχ.) Σε ποιόν να παραπονεθώ; Σε ποιόν τους πόνους μου να πω;, σελ. 113: (αρχ.) Αν ίσως ήτο βολετό τα πάθη μου να μάθει, σελ. 115: (αρχ.) Να και ο καιρός, της άνοιξης που λάμπει, σελ. 116: (αρχ.) Με βάσανα καθημερινά, η θλιβερή μ’ ζωή περνά, σελ. 116: (αρχ.) Κάθε φορά που σε θωρώ, πρώτη φορά είναι θαρρώ, σελ. 117: (αρχ.) Σφαίρα εσύ που πάντοτε κινείσαι, και σταθερά δεν είσαι, σελ. 118: (αρχ.) Πουλάκι μ’ δεν σε χάρηκα, να ζει το όνομά σου, σελ. 118: (αρχ.) Κλαίγω και λέγω το πουλάκι μ’, λόγον να σε πω, σελ. 119: (αρχ.) Τούτη η φλόγα της καρδιάς, άραγε τί να είναι;, σελ. 119: (αρχ.) Τί του κάκου συλλογάσαι, κι αδιάφορητα λυπάσαι, σελ. 120: (αρχ.) Έχω τραγούδια να σου πω, ένα σακί γεμάτο, σελ. 120: (αρχ.) Εις πέλαγος ευρίσκομαι μ’ ανέμους εναντίους, σελ. 131: (αρχ.) Που ’ναι το έσκι κ’ η χαρά, που ’χα ’γώ άλλην φορά, σελ. 132: (αρχ.) Καιρός είναι χορευτικός, χαρούμενος μελωδικός, σελ. 132: (αρχ.) Θέλ’ αρχινήσω να σας πω, άσπρη ποτέ δεν αγαπώ, σελ. 133: (αρχ.) Ω πεπονηρευμένο μετ’ εμένα κακιομένο, σελ. 133: (αρχ.) Το μόρι μου εδιάβηκε, και με τους πόνους μ’ άφηκε, σελ. 134: (αρχ.) Φεύγω φίλοι μου και κλαίγω πώς να σας υστερηθώ, σελ. 154: (αρχ.) Άλλο φόρεμα κανένα, δεν μου άρεσε κ’ εμένα, 155: (αρχ.) Φεγγάρι μου σε λόγου σου, να πω τα βάσανά μου, σελ. 155: (αρχ.) Όλ’ αγαπούν και χαίρουνται κ’ εγ’ αγαπώ και κλαίγω, σελ. 155: (αρχ.) Όλ’ αγαπούν και χαίρουνται κ’ εγώ τραβάω λύπη, σελ. 155: (αρχ.) Μάτια γλυκά και γαλανά, το βλέμμα τους πως με πλανά, σελ. 155: (αρχ.) Γιαραμπή δόστ’ έναν σευτάν, σαν κείνον που ’χε πρώτα, σελ. 156: (αρχ.) Ευχαριστώ την τύχην μου, και τον θεόν δοξάζω, σελ. 156: (αρχ.) Τί εύμορφα οπού λαλεί, τάχα να είν’ αυτό πουλί;, σελ. 156: (αρχ.) Αχ εις ετούτην ντην σκλαβιά δεν βρίσκετε βοτάνι, σελ. 157: (αρχ.) Βαργγέστησε ησπήρη μου, αυτό το ηνστικάλη.style='color:black'> ☻Αντ. Σιγάλας, Από την πνευματικήν ζωήν των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας, Α΄, Θεσσαλονίκη 1939, 144 αρ. 2.

 

1 7 9 7

–►Ανώνυμος, 1797 Μαρτίου 4 Ο θρήνος της Σμύρνης

(αρχ.) Πόσον πρέπει να θρηνήσω, πόσον δε να λυπηθώ; | Όταν συμφοράν της Σμύρνης την μεγάλην θυμηθώ, 155 δίστιχα. Στο τέλος: Θεσ(σα)λ(ονίκη) 18 Μαΐου☺Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, χφ. 34, σελ. 1127-1132· Αντώνιος Σιγάλας, «Ο Θρήνος της Σμύρνης ή το Ρεμπελιό των Γενιτσάρων», Εκλαϊκευμένα μελετήματα, Β΄, Αθήνα 1971, 158-169· σχολιασμένη έκδοση, κριτική της προγενέστερης έκδοσης του Ι. Παπαγιαννόπουλου, Μικρασιατικά Χρονικά, 1 (1939) 261-267. ©

1 8 0 0

–►Νικόλαος Κουτούζης, «Εις την του Χριστού επιφάνειαν» ☺ Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 34-36

(αρχ.) Καλήν εσπέραν δίδομεν της εκλαμπρότητός σας, 23 δίστιχα. [Στο τέλος, κολοφών με χρονολογία 3.1.1800.] ©

–►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺ Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 40-42

(αρχ.) Μ’ όλον που η φύσις έκαμε τα ζώα να υποταχθούσι, 31 δίστιχα. [Στο τέλος, κολοφών με χρονολογία 13.4.1800.] ©

 

1 8 0 2

–►Ανώνυμος, [Υπέρ των Γάλλων] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 41-42

(αρχ.) Τρανήν λύπην στην καρδίαν, 5 τετραστ. στρ.  ©

–►Ανώνυμος, [Υπέρ των Γάλλων] ☺ Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 42-43

(αρχ.) Καρμανιόλοι εμπιστεμένοι, 6 τετραστ. στρ. ©

1 8 0 3

–►Ανώνυμοι [πέντε ποιήματα] ☺ Χφ. Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως αρ.100, σελ. 33-34, 35-37, 38-42, 77-80 και 191-196 αντίστοιχα, βλ. Paul Moreaux, Bibliothèque de la Société Turque d’Histoire, Catalogue des manuscrits grecs (Fonds du Syllogos), Άγκυρα 1964, 153

1. (αρχ.) Μεταξύ φρικτών κυμάτων | δϊαφόρων συμπτωμάτων | η κοινή η ναυαρχίς, [προηγείται η μουσική ένδειξη: μακάμ, ράστι· πλάγιος δ΄]. 2. (αρχ.) Η εξ ύψους προγνωσθείσα | και ασπίλως αρμοσθείσα,| νύμφη όντως εκλεκτή, [προηγείται η μουσική ένδειξη: μακάμ σεγγιάχ. δ΄]. 3. [προς τον πατριάρχη Καλλίνικο], (αρχ.) Η παντουργική σοφία | και των αγαθών αιτία,| λόγος συμφυής Θεού. 4. (αρχ.) Άρχοντες και μεγιστάνοι και λοιπή πτωχολογιά | θάνατος μας κυριεύει νέους γέρους και παιδιά. 5. [περί των πτώσεων], (αρχ.) Βιάζομαι, δεν ημπορώ, και πώς να σιωπήσω,| αφήστε-με, την πίστιν-σας, θα σκάσω α δε λαλήσω.| Δεν ημπορώ να θεωρώ τες ταραχές τες τόσες | οπού στον κόσμον φέρουσιν αυτές οι πέντε πτώσεις.

☻ χρονολόγηση: 1803. Για το 1, ο Moreaux υποθέτει πως αναφέρεται στον Γρηγόριο Σούτσο, αλλά από άλλο αντίγραφο του ίδιου ποιήματος βλέπουμε πως η αναφορά γίνεται στον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. (επίσης αντί: κυμάτων διαβάζει: κτημάτων.) 4, βλ. και σελ.216: άλλη καταγραφή, χφ. μονής Διονυσίου αρ. 286, Sp. Lambros, Catal. of the Greek Mss. on Mount Athos, I, Καίμπριτζ  1895, 404 § 22· παρόμοιο ποίημα, Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Ε.Ε.Β.Σ., 25 (1955) 301-302.

–►Ανώνυμος, [Ρίμα εναντίον αρχόντων] ☺ Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 43-44

(αρχ.) Κερκύρας η Ρεπούμπλικα από κακή αρρωστία, 30 δίστιχα. ©

1 8 0 4

–►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο], ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 57-58

(αρχ.) Ω Ζευ, ως καθώς θωρώ,| ύπνος επλάκωσέ σε, 18 τετραστ. στρ. [Στο τέλος, χρονολογία 1804.] ©

–►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο], ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 78

(αρχ.) Δεν το ήλπιζα ποτέ-μου,| ω αιδεσιμότατέ μου, 22 δίστιχα. [Στο τέλος, χρονολογία 1804.] ©

–►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο], ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 78

(αρχ.) Απ’ ένα γατζουλόπαιδο έλαβα τη γραφή σου, 11 δίστιχα. [Μάλλον του 1804.] ©

1 8 0 5

–► Ο ΡωσσΑγγλοΓάλλος ☺Κ. Θ. Δημαράς, Ο ΡωσσΑγγλοΓάλλος. Κριτική έκδοση με επιλεγόμενα, Αθήνα 1990

☻Το τοποθέτησα συμβατικά στα 1805· ο Δημαράς οριοθετεί: 1799-1810. Αποσπάσματα εκδίδονται από τον Byron (1812) και τον Leake(1814). Βλ. και Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Ένα σχόλιο στον Ρωσσαγγλογάλλο», Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Ε.Ι.Ε., Επιστημονική συνάντηση στη μνήμη του Κ. Θ. Δημαρά, Αθήνα 1994, 79-86· περιγραφή αθησαύριστου αντίγραφου: Αγαμέμνων Τσελίκας, «Ικαριακά χειρόγραφα», Δελτίο Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου, 7 (1993-96) 50.]

–►Ανώνυμος, [Ερωτικό], ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 38 (αρχ.) Θαμάζομαι κατά πολλά την κάκια σου την τόση, 13 δίστιχα. ©

1 8 0 6

–►Παναγιώτης Κοδρικάς, Ωδή προς τον Αυτοκράτορα των Φραντζέζων Ιω. Δημάκης, «Δύο πολιτικά στιχουργήματα του Παναγιώτη Κοδρικά», Ο Ερανιστής, 9 (1972-73) 37-38

(αρχ.) Ψάλλε Μούσα των Ηρώων Ήρωα τερατουργόν, 5 δίστιχα + τμήμα ανολοκλήρωτου στίχου. ©

  1 8 0 7

–►Νικόλαος Κουτούζης, «Προς τον… Αυτοκράτορα…Ναπολέοντα» ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 36-39

(αρχ.) Επεθύμουν το να έχω | ποιητών την επιστήμην, 30 τετράστ. στρ. [Στο τέλος, κολοφών με χρονολογία 10.5.1807.] ©

–►Νικόλαος Κουτούζης;, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 58-61

(αρχ.) Και εις τούτην [κενό]| ριπήν οπού ώθησέ μας, 36 τετραστ. στρ. [Στο τέλος: 1807 Αυγούστου 16  | το εκοπιάρησα.] ©

–►Ιω. Δ. Ξουρής, Δ.Ι.Ε.Ε., 1 (1883-84) 461-480

–► Ιω. Δ. Ξουρής, Νέος Ελληνομνήμων, 17 (1923) 356

 

1 8 1 0

–►Ανώνυμος, [Εναντίον αρχόντων] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 45-50

(αρχ.) Της Ζακύνθου οι πρωτάρχοι \ την ιδίαν πολιτείαν, 30 τετραστ. στρ. ©

1 8 1 1

–►Παναγιωτάκης Μουρούζης, «Αποχαιρετισμός» ☺Σοφοκλής Κ. Οικονόμος, «Ανέκδοτα άσματα και ποιήματα», Εθνικόν Ημερολόγιον, 8 (Παρίσι 1868) 113 (η χρονολόγηση αβέβαιη, ίσως 1810, ίσως 1812, βλ. ό.π. 105-106)

(αρχ.) Ω, ερωτικοί της Σμύρνης εύμορφοι αιγιαλοί | φεύγω κι αποχαιρετώ-σας και παρακαλώ πολύ, 8 δίστιχα. ©

–►Νικόλαος Κουτούζης, [χωρίς τίτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 33

(αρχ.) Γλυκοθώρητο παιδάκι,| λουλουδάκι μ’ ανθηρό, 12 τετράστ. στρ. [Στο τέλος: 1811 Σεπτεμβρίου 23 έ(τος) π(αλαιόν).] ©

1 8 1 2

–►Ωδή επινίκιος των Ρώσσων ☺Λ. Βρανούσης, Ωδή επινίκιος των Ρώσσων, Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, 21 (1971-1974) 308-321

­­­­(αρχ.) Πέδιλα χρυσά φορούσα | κ’ εν Ολύμπω προχωρούσα, 80 εξάστ. στρ., [και δίστιχα επιφωνήματα προτρεπτικά προς τους Ρώσους, όπως: Ώ Ρώσσοι, άγωμεν! Τα όπλα λάβωμεν,| κατ’ αλαζόνων τρόπαια άρωμεν.]

 

–►Ανώνυμος, Στίχοι της Αυτού Μεγαλειότητος Μεγίστου και πρώτου Βασιλέως της Ρωσίας, χφ. αρ. 43 [28] Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, φ. 15v ☺Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «Απηχήσεις της νίκης του Αλεξάνδρου Α΄ της Ρωσίας κατά των Γάλλων του Ναπολέοντος στην προεπαναστατικη Ελλάδα», Δωδώνη, 4 (1975) 409-416

(αρχ.) Νέος Άρης τώρα τρέχει,| στήθη Ποσειδώνος έχει | και το νεύμα του Διός, 8 τρίστ. στρ.

–►Κωνσταντίνος Λιασκόγλου Φιλιππουπολίτης, Ποίημα σπουδαίου τινός εκ Μακεδονίας ανδρός☺χφ. 730, φ. 14, Βιβλιοθήκη Ρουμανικής Ακαδημίας, βλ. Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «Χειρόγραφαι συλλογαί ποιητικών κειμένων ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνος (Σειρά δευτέρα)», Δωδώνη, 3 1974, 373-383

(αρχ.) Ήδη Καρατζάς ηγεμών έει Δακίας.| Δι’ ηγεμόνα Δακίας Καρατζά μέλπω, 1 τετράστ. στρ.

–►Νικόλαος Κουτούζης;, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 61-65

(αρχ.) Τούτη εδώ είναι τραγωδία | εις μια τρυγονοκτονία, 12 στ. + 32 τετραστ. στρ. [Στο τέλος: 1812 Μαΐω ιθ. Έ(τος) π(αλαιόν). Έρρωσθε.] ©

–►Χατζη-Σεχρέτης, [Έμμετρη εξιστόρηση της ζωής του Αλή πασά]

☻Σώζεται σε αρκετά, ανόμοια μεταξύ τους, χειρόγραφα· άλλωστε εμπλουτιζόταν διαρκώς, πάντως από το 1803, ίσως και νωρίτερα· η πληρέστερη εκδοχή γύρω στους 4.500 στ. Παραμένει ανέκδοτη στο σύνολό της. Βλ. William Martin Leake,  Travels in Northern Greece, I, Λονδίνο 1835, 463-499 [◙ Άμστερνταμ, (Hakkert) 1967]  (χειρόγραφο που χρονολογείται στα 1805)· Κ. Ν. Σάθας, Ιστορικαί διατριβαί, Αθήνα 1870, 123-336 [◙ Αθήνα (Καραβίας) 1978] (από χειρόγραφο του Αθαν Ψαλίδα, σήμερα ΕΒΕ 1280) ·Γεώργιος Α. Σιόροκας, Άγνωστη διασκευή της ‘‘Αληπασιάδας’’ του Χατζή Σεχρέτη, Ιωάννινα 1983 (από χειρόγραφο του Guilford, σήμερα στο Μ.Ι.Ε.Τ.).

–►Ανώνυμος, Σχολιάς ☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Ανέκδοτον στιχούργημα περί των σχολικών πραγμάτων Σμύρνης αρχομένου του ΙΘ΄ αιώνος, Μικρασιατικά Χρονικά, 8 (1959) 402-445

 (αρχ.) Εμέτρως ψάλε, ω θεά, μήνιν των επιτρόπων | ήτις προυξένησεν κακά εις γένος των ανθρώπων, [το ποίημα αποτελείται από 24 μέρη], [το μέτρο ποικίλει]. >۩

1 8 1 4

–►Παύλος Σιδήρης (καπετάνιος Τρικεριώτης), Νίκη προς τον Ρωσάνακτα Αλέξανδρον τον αον΄ κατά Ναπολέοντος, χφ. αρ. 43 [28] Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, φ. 14r-15r ☺Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «Απηχήσεις της νίκης του Αλεξάνδρου Α΄ της Ρωσίας κατά των Γάλλων του Ναπολέοντος στην προεπαναστατικη Ελλάδα», Δωδώνη, 4 (1975) 409-416

Χωρίζεται σε τρία τμήματα: α΄: (αρχ.) Ω κενόδοξος Γαλλία, αλαζών και ασελγής,| σπήλαιον της ασωτείας, δϊαβόλου μοιχαλίς, 15 δίστιχα. β΄: Ωδή (αρχ.) Πάσα πνοή και άνθρωποι και όσα εις γην έρπει,| θηρία πάντα και πτηνά και όσα ομμάτι τέρπει, 16  δίστιχα. γ΄: (αρχ.) Το δεν γένος των Ελλήνων,| οι απόγονοι εκείνων | των ηρώων και σοφών, 6 τρίστ. στρ.

–►Λεηλασία Παροικιάς Πάρου έκδ. Εμμ. Κριαράς, Αθηνά, 48 (1938) 119-162

αντίγραφο ποιήματος 17ου αι., βλ. Ελληνική Παλαιογραφική Εταιρεία, Κατάλογος εκθέσεως χφ. της Γενν. Βιβλ.,  Αθήνα 2004, 114-115. ©

–►Βασίλειος Τζεύχαρης, Τα στιχουργικά ☺χφ. 19ου αι., Άγκυρα, χφ. Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως αρ.102, βλ. Paul Moreaux, Bibliothèque de la Société Turque d’Histoire, Catalogue des manuscrits grecs (Fonds du Syllogos), Άγκυρα 1964, 156-157. Πιθανός παλαιότερος κτήτωρ: Σταμάτης Κυριακός

σελ. 1: Τα στιχουργικά τα παρά του άρχοντος Ποστελνίκου Κυρίου Βασιλείου εν τες αργίες αυτού εν Βουκουρεστίω συντεθέντα τω αωιδ΄ έτει. σελ. 3-9: Περί της ανεπαισθήτου προόδου της ζωής ημών (αρχ.) Παρατηρώ, είναι καιρός, καλά τον εαυτόν-μου | ότι συμβαίνει κάτι τι π’ αλλάζει τον βαθμόν-μου, σελ. 10-16: Υπέρ γηρατείων και κατά των καταχρωμένων τούτων (αρχ.) Εις του ανθρώπου την ζωήν, σελ. 17-32: Ο Εγγλέζος αυτόχειρ. Κατά ανευχαριστείας βίου (αρχ.) Είχον προ χρόνων ικανών ιδεί εις τας γαζέτας, σελ. 33-42: Εξήγησις πόθεν και διατί ο τοσούτον όγκος του νυν καλπακίου (αρχ.) Ειπέ-μοι, σε παρακαλώ, τί τούτο το καλπάκι | τόσον μεγάλον και τρανόν μην τόχουν για δισάκι; σελ. 43-49: Ο μυλωνάς χωρίς μυαλόν,| παράδειγμα πολλά καλόν. ☻Κ. Ν. Σάθας, Ν.Φ., 617, Φ. Ηλιού, Ε.Β.1801-1818, 152-153. ©

1 8 1 5

–►Ανώνυμος, «Θούριον άσμα», ☺Λ. Βρανούσης, «Συμβολή στην έρευνα για τα τραγούδια του Ρήγα και των μιμητών του», ανάτυπο από Νέα Εστία, 44 (1948) 1229-1236 και 1291-1297

(αρχ.) Ακούσατε αδέλφια, κοινώς ομογενείς,| Ελλάδος όσοι είσθε παιδιά και συγγενείς!, 34 δίστιχα. [Υποσημείωση στον τίτλο: Άδεται κατά το Ώς πότε παλικάρια.]style='color:black'>☻Καταγραφή (από μνήμης) Γεώργιου Γαζή το 1847· η χρονολόγηση με βάση πληροφορία του ίδιου. Επανέκδοση: Γεώργιος Γαζής, Λεξικόν της Επαναστάσεως, επιμ. Ν. Πατσέλης και Λ. Βρανούσης, Ιωάννινα 1971, 129-131 και 193.

 

1 8 1 8

–►Ανώνυμος, Έτερον όμοιον ποίημα φιλοδικαίου τε και φιλαλήθους Σλαβονικού απογόνου εκ Βουλγαρίας, ☺ χφ. 730, φ. 15, Βιβλιοθήκη Ρουμανικής Ακαδημίας, Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «Χειρόγραφαι συλλογαί ποιητικών κειμένων ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνος (Σειρά Δευτέρα)», Δωδώνη, 3 (1974) 376.

1 8 1 9

–►Αθαν. Χριστόπουλος, «Δίας σάτυρος», Ελληνικά αρχαιολογήματα, Αθήνα 1853, σελ. ρνδ΄-ρνε΄

(αρχ.) Τον Έρωτα ο Δίας | τον τρόπον της μαγείας | ρωτούσε να τον μάθει,| πώς να κινεί τα πάθη, 48 δίστιχα. ☻Το ποίημα γράφτηκε στη Ζάκυνθο για τον φίλο του Χριστόπουλου Βαρβιάνη· αποδόθηκε λανθασμένα στον Βηλαρά, Άπαντα, έκδ. Ραφτάνη, Ζάκυνθος 1871, 245-247· αναδημοσιεύεται στο: Αθανάσιος Χριστόπουλος, Λυρικά, επιμ. Ελένη Τσαντσάνογλου, Αθήνα 1970, 124-127, από όπου και οι πληροφορίες. ©

–►Ανώνυμος, [Άτιτλο], «Φιλόπατρις» ☺Κώστας Λάππας, «Δύο στιχουργήματα σχετικά με την κοινωνική κρίση στη Σμύρνη το 1819»,  Ο Ερανιστής, 21 (1997) 259-283

[1.] σελ. 278-279: (αρχ.) Ελθέ θεά μου Νέμεσις τροφέ της αληθείας | Δικαιοσύνης θύγατερ και τιμωρέ κακίας, 15 δίστιχα [ανολοκλήρωτο· το μέτρο ποικίλει]. [2.] Ο φιλόπατρις (αρχ.) Ω Σμύρνη φίλη μου πατρίς ως γνήσιος υιός σου | Θέλω να κλαύσω τα κακά της τόσης ύβρεώς σου, 76 δίστιχα [το μέτρο ποικίλει].☻Προέρχονται από το οικογενειακό Αρχείο Οικονόμων· καταγγέλλονται τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν κατά τη διάρκεια της κοινωνικής κρίσης στη Σμύρνη το 1819.  ۩dir=LTR> ©

–►Θεόδωρος Αχιλλέως, Νέα Κίρκη

[Βλ. την είδηση στο Ερμής ο Λόγιος, 1819, 876: Περί τα μέσα του Δεκεμβρίου μηνός του τρέχοντος έτους άρχεται ο τύπος γλαφυρού τινός ποιήματος, επιγραφομένου Νέα Κίρκη, ποιηθέντος υπό του εν ιατροίς Κυρίου Θεοδώρου Αχιλλέως εις την καθομιλουμένην ημών γλώσσαν, κι την ιταλικήν κατά το ανακρεοντικόν ύφος· η έκδοσις γίνεται εις Παταύιον· το αλληγορικόν αυτό ποίημα περιέχει τινά περιστατικά τα οποία θέλγουσι τον αναγινώσκοντα.] ©

1 8 2 0

–►Ζ. Ζ., [Δίστιχα και ποιήματα], περ. Κασταλία, 1 (Κων/πολη 1861)

1. Στας ωραίας μεταξύ μία μόνη είσαι φώς μου,| Αφροδίτη φαίνεσαι εις τα μάτια του κόσμου, 1 δίστιχο, 2. Έχεις οφθαλμούς γλυκείς, έχεις πρόσωπον ωραίον, 2 δίστιχα, 3. Ο έρωτάς σου έκαμε το στήθος μου κονάκι,| και ξεψυχώ για λόγου σου χρυσόν μου κοκκωνάκι, 1 δίστιχο, 4. Αι χάριτες στο στήθος σου έκαμαν κατοικίαν,| και σαϊτεύουν απ’ εκεί την μαύρην μου καρδίαν, 1 δίστιχο, 5. Ο Έρως (αρχ.) Δεν είναι πράγμα σ’ αυτόν τον κόσμον | όπου να θλίβει τόσον πικρά,| σώματα, μέλη να κατακαίει, | να κατασταίνει σχεδόν νεκρά, 13 τετράστ. στρ. [στο τέλος: Φεβρουάριος 1820], 6. Αχ, έρωτα σκληρότατε, και πώς να σε βαστάξω,| που δεν περνά μία στιγμή χωρίς ν’ αναστενάξω, 2 δίστιχα, 7. Θυσίαν εις τον έρωτα θα κάμω το κορμί μου | όταν δεν λάβεις έλεος στα πάθη μου, ψυχή μου, 2 δίστιχα, 8. Τον έρωτ’ απεφάσισα εις κρίσιν να τραβήξω,| πως έφθειρε το σώμα μου να του το αποδείξω, 1 δίστιχο, 9. Μονάχη η καρδία μου δεν ημπορεί να ζήσει,| την ιδικήν σου σύντροφον ζητεί να αποκτήσει, 1 δίστιχο, 10. (αρχ.) Αχ, φώς-μου, πεθαίνω, ανήκουστον πράγμα, | ιάτρευσον τάχος ψυχής-μου το τραύμα, | ο έρως παιδεύει | και δεν ιατρεύει | πόνους τους δικούς μου και πάθη αντάμα, 14 πεντάστ. στρ., [από τη 13 μόνον ο 5ος στ. Στο τέλος: 28 Φεβρουαρίου 1820.] ©

–►Ανώνυμος, [Ρίμα για τον σεισμό της Ζακύνθου] ☺ Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 31-34

(αρχ.) Μέγας σεισμός εγίνηκε τον μήνα Δεκεμβρίου, 61 δίστιχα. ©

1 8 2 1

–► «Άσμα της περιφήμου συμμαχίας των ενδόξων Αλβανών μετά των ηρώων Ελλήνων της Ηπείρου», χειρόγραφη Εφημερίς Αιτωλική, τχ. 7, Μεσολόγγι 10.9.1821

(αρχ.) Αγάδες της Αλβανιτιάς του λιουμ Τεπελένας, 16 δίστιχα.

☻ Ρίμα, αναδημοσίευση: Αικατερίνη Κουμαριανού, Ο τύπος στον Αγώνα, Α΄, Αθήνα 1971, 21-22. ©

–►Στέφανος Κανέλος, [άτιτλο] ☺Αλέξης Πολίτης, «Ν. Σ. Πίκκολος και Φοριέλ», Ο Ερανιστής, 16 (1980) 9-10

(αρχ.) Παιδιά Ελλήνων, τί καρτερείτε, 7 εννεάστ. στρ.[ με την ένδειξη: Σκοπός κατά το Friesch auf! Mein Folk. Του αθάνατου πατριώτου Koerner.] ☻ Γεώργιος Τερτσέτης, «Λόγος 26.12.1872» στο: Ντίνος Κονόμος, Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα-του, Αθήνα 1984, 654· πβ. Sheridan 1825, Kind 1827. ©

–►Ανώνυμος, «Άσμα ψαλλόμενον μετά την πολιορκίαν του Νεοκάστρου» ☺ Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Α΄, Αθήνα 1839, 457-459

(αρχ.) Τα μάθατε τί γίνηκε τον φετεινόν τον χρόνον | οπ’ έφερεν εις την Τουρκιάν ένα μεγάλον πόνον. | Απόφασις ελληνική | άπαντες όντες μια ψυχή, 35 δίστιχα, ποικίλα μέτρα. ☻Το Νιόκαστρο παραδόθηκε 7.8.1821. ©

–► Ανώνυμος, [Λαϊκό τραγούδι για τις οθωμανίδες Αθηναίες] ☺ Διονύσιος Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών, Αθήνα, 1853, 32

(αρχ.) Κακόμοιρες οι Αθηνιές, οι καλομαθημένες | τραβούσι τον χερόμυλον και κλαίουν οι καημένες, 4 δίστιχα. ©

–►Ανώνυμος, Στίχοι απλορωμαϊκοί [11. θούριοι] ☺Λ. Βρανούσης, «Θούρια και προκηρύξεις του Εικοσιένα σ’ ένα χειρόγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας», Θησαυρίσματα, 4 (1967) 177-189+ πιν. ΙΑ΄, ΙΒ΄

1. [Ρήγας] (αρχ.) Έως πότε παλικάρια, 39 δίστιχα [μικρές παραλλαγές από Ρήγας, 1798· ολόκληρο το κείμενο σελ. 183-185]. 2. Ανώνυμος (αρχ.) Δεύτε παίδες των Ελλήνων |των ηρώων τε εκείνων, [πβ. Ευλόγιος Κουρίλας, Θεσσαλικά Χρονικά, 3 (1932) 83 και 90]. 3. [Στέφανος Κανέλος;] (αρχ.) Τί καρτερείτε φίλοι | πατριώται και αδελφοί, 9 στρ. [πολλές δημοσιεύσεις· πβ. Joss, 1826]. 4. Ανώνυμος (αρχ.) Ποία ελληνική καρδία | να θωρεί μ’ αδιαφορία | τόσα γένη εις την γην, [πβ. Κουρίλας, ό.π., 92· Τόμπρας, 1835]. 5. Ανώνυμος (αρχ.) Χρόνοι πολλοί απέρασαν | που οι Τούρκοι μας κατέρπαξαν, [πβ. Κουρίλας, ό.π., 93]. 6. [Κοραής] (αρχ.) Εγδικήσεως η ώρα | έφθασεν, ω φίλοι, τώρα [στρ. από το Άσμα πολεμιστήριον, 1800, με πολλές παραλλαγές]. 7. Ανώνυμος (αρχ.) Ομογενείς και φίλοι,| Ελλήνων γενεά [πβ. Κουρίλας, ό.π., 79]. 8. Ανώνυμος (αρχ.) Ειπέ το πλέον φανερά,| Πατρίς μου πλέον με χαρά, [πβ. Joss, 1826]. 9. Ανώνυμος (αρχ.) Ελθέ, ω Μιλτιάδη | με δύναμες πολλές, [πβ. Joss, 1826]. 10. [Παναγιώτης Ανδρόνικος] Η Ελλάς (αρχ.) Ω παιδιά μου, ορφανά μου [Σε πολλές έντυπες συλλογές]. 11. [Παναγιώτης Ανδρόνικος] Τα τέκνα (αρχ.) Αχ μητέρα, μιαν ημέρα [Σε πολλές έντυπες συλλογές].☻Το χειρόγραφο κατάρτισε ο Παναγής Κεφαλάς από την Κεφαλονιά, βλ. Βρανούσης, ό.π., 188-189.

1 8 2 2

–►Ανώνυμος, Neugriechische Lieder aus Athen, Kypros, Zakgethos e.t.c., Βερολίνο

[φ. 1-4], 1. (αρχ.) Δεύτε Έλληνες γενναίοι | δράμετε προθύμως νέοι, 20 εξάστ. στρ., [στο τέλος κάθε στροφής επαναλαμβάνεται η επωδός: Έλληνες άγωμεν | φώς αναλάβωμεν | το ζοφερόν της αμαθείας | να λείψει το δεινόν], [τα φφ. 4–8 είναι άγραφα], [φ. 9], 2. (αρχ.) Αγάπη δεν εστάθη ποτέ χωρία καημούς | Με βάσανα και πόνους και μ’ αναστεναγμούς, 7 δίστιχα, [το ποίημα με μικρές παραλλαγές στον Pouqueville, Voyage en Morée (1805) τ. Ι, 282 και Passow, αρ. 611, Aραβαντινός, Συλλογή δημωδών ασμάτων Ηπείρου, Αθήναι 1880, 362. Τα κείμενα δημοσιεύονται με διορθωμένες τις ανορθογραφίες], [φ. 10-11], 3. Τραγούδια της Κύπρου, (αρχ.) Ζαρίφι μου στη ζαριφιά, λιγνό μου στη λιγνότη | και ποίος δεν επιθυμεί την ιδική σου νιότη, 14 δίστιχα, [φ. 12-14], 4. Έτερα με ύφος πολίτικον, (αρχ.) Τι εύμορφον το πόγι και μαλλιά ερωτικά | και κατάλευκα τα στήθη και τα χέρια μαλακά, 5 δίστιχα, ΄Αλλως, (αρχ.) Ο καιρός αυτός που έχεις και τυφλά τον παρατρέχεις | δεν προσμένει μον’ περνά, 9 δίστιχα, [φ. 15-20], 5. Έτερα κατά το ύφος των Πολιτών, (αρχ.) Ήλιε τώρα π’ ανατέλλεις στον αιθέρα φλογερά | την αγάπην μου αν θα βρεις, στάσου ΄δε την μια φορά, 7 ομοιοκατάληκτα δίστιχα, [είναι το ποίημα του Αθ. Χριστόπουλου «Ήλιος» (Λυρικά ­­2 1817, σ. 46)], [φ. 20], [σχέδιο ερωτικής επιστολής στα γαλλικά], [φ. 21], 6. Ωδή παρακλαυσίθυρος εις διάλεκτος Ζακύνθιον, (αρχ.) Άσπλαχνη κόρη μου | ή πόνεσέ με | ή με το χέρι σου | θανάτωσέ με, 19 δίστιχα, [φ. 22], 7. (αρχ.) Κελαϊδήστε αηδονάκια | τα τραγούδια τα εδικά μου | και παινέστε την κυρά μου | π’ έχετε γλυκειά φωνή, 10 στρ., [φ. 23], 8. (αρχ.) Στοχάσου κόρη | λίγο λιγάκι | το μπουμπουκάκι | της ροταριάς, 24 τετράστ. στρ., [φ. 24], 9. (αρχ.) Εις εύμορφον περιβόλι | ευρέθηκα ο καημένος | μίαν άνοιξιν πηγαίνω | να παρηγορηθώ, 13 τετράστ. στρ., [το ποίημα που βρίσκεται και στη χειρόγραφη συλλογή του Φιλητά στο τμήμα χγ. της Εθν. Βιβλ., είναι δημοσ. στο Αρχείο Θρακικού Θησαυρού τ. Γ΄, σελ. 61-62], [φ. 25], 10. (αρχ.) Δύο κοπέλες μ’ αγαπούνε | και τες αγαπώ κι’ εγώ | ποια να πάρω, ποια να αφήσω | δεν ηξεύρω από τες δυό, 5 τετράστ. στρ., [φ. 26], 11. (αρχ.) Έφυγε το πουλάκι μου | το αηδονάκι της αυγής | όπου εκελάϊδε κι’ έλεγε μου | κόρη μη μ’ απαρνηθείς, 4 τετράστ. στρ. [φ. 27-34], 12. (αρχ.) Έσίμωσ’ ο χειμώνας | τα χιόνια είναι στα όρη | ώ πλουμισμένη κόρη | το τι έχω να γενώ, 10 τετράστ. στρ., [τα φφ. 28-34 είναι άγραφα], [φ. 35-49], 13. [Περιέχονται 99 τετράστ. στρ. και δίστιχα διαφόρων προελεύσεων και ως επί το πλείστον εγκωμιαστικά της γυναικείας ομορφιάς. Οι πρώτες 5 τετράστ. στρ. είναι παραλλαγή και μίμηση του ποιήματος του Σπυρ. Τρικούπη «Η Λίμνη του Μεσολογγίου» (Εστία 1, 1876, σ. 368. Το 6ο, (αρχ.) Πέρδικά μου πλουμισμένη | που στα δάση περπατείς | βρόχια και βεργιά θα στήσω | να περάσεις να πιαστείς, (Λιουδάκη Βιθωνίας, σ. 133). Το 79ο, (αρχ.) Και τα μεσάνυχτα ξυπνώ στο βογγητό του αέρα | κι’ είδα το στήθι σου ανοιχτό κι’ είπα πως είναι μέρα, είναι ίδιο με το δημοτικό της Κύπρου που δημοσ. ο Ν.Λανίτης (Ν.Εστία, τ. 33, σελ. 298) και παραλλαγή του Fauriel (τ. ΙΙ, σελ. 278). Το 96ο, (αρχ.) Ποιος ήλιος λαμπερότερος σου έδωσε την ασπράδα | και ποια μηλιά, γλυκομηλιά τη ροδοκοκκινάδα, βρίσκεται στις Εκλογές του Ν. Γ. Πολίτη (Λιανοτράγουδα, αρ. 135 ε΄)], [φ. 49-54], 14. (αρχ.) Άσπρη κατάσπρη μπαμπακιά | και κρουσταλλένια βρύση | πέρδικα με χρυσά πτερά | ποιος θα σε κυνηγήσει;, 13 τετράστ. στρ., [διαλεκτικοί τύποι όπως τζί άλαντζες, ρούγες, συντροφία, μαρτυρούν επτανησιακή και μάλιστα ζακυνθινή προέλευση του ποιήματος], [τα φφ. 51-54 είναι άγραφα], [φ. 55-59], 15. (αρχ.) Αρχίζω ν’ αναφέρω | για ‘να σκληρό πουλί | που θε να με παιδεύει | με δίχως αφορμή, 24 δίστιχα αλφαβητικά γραμμένα σαν τετράστ. ημιστίχια ۬ 16. (αρχ.) Ελπίδα της καρδιάς μου | γλυκύτατη κυρά μου | φως μου παρηγοριά μου | τώρα σ’ αφήνω γειά, 10 τετράστ. στρ., [ως αποχαιρετισμός· τύποι όπως λίμπρο, αλάργου, μαρτυρούν και εδώ ζακυνθινή προέλευση], [φ. 60-61], 17. (αρχ.) Άνοιξ’ τα χείλη σου να μου μιλήσεις | να μου δροσίσεις τους στεναγμούς | με δυό λογάκια εμπιστεμένα | δρόσισ’ εμένα τόσους καημούς, 13 τετράστ. στρ., [επτανησιακής προέλευσης], [φ. 62-64], 18. (αρχ.) Αρχίζω φως μου | παρηγοριά μου | να φανερώνω σε σε κυρά μου | τον πόνο που έχω δια τα σένα | και την αγάπην | στα σωθικά, 10 οκτάστ. στρ., [φ. 65-66], 19. (αρχ.) Είσαι εύμορφη βέβαια | εις’ όλη ωραία | και πλέον εύμορφη νέα | δε θέλει ευρεθεί, 14 τετράστ. στρ., [φ. 66-67], 20. (αρχ.) Ώ νιφώδες περιστέρι | πέτα κι’ άμε εις εκείνην | που εις την ζωήν μου χύνει | φάρμακο πολλάν πικρόν, 4 τετράστ. στρ. εναλλασσόμενες με 4 τρίστ. στρ., [φ. 67-68 ], 21. (αρχ.) Αχ Θεέ μου εγώ απεθαίνω | όταν ακριβέ σ’ αφήνω | ίσως δεν είναι κρίνω | έτζι ο θάνατος πικρός, 6 τετράστ. στρ., [φ. 68], 22. (αρχ.) Χωρίς να ομιλώσι | γροικώνται οι ερωμένοι | η όψις τους προβαίνει | του στήθους τα κρυπτά, 4 τετράστ. στρ., [φ. 69-74], 23. (αρχ.) Να μακρύνει | η Νερίνη | του πυρός-της του Φοιβαίου | επεθύμα | κι’ ηύρε κύμα | και σκιάν του σπηλαίου, 25 εξάστ. στρ., [είναι μτφρ. ή μίμηση ειδυλλιακής ιταλικής σκηνής μεταξύ Νερίνης και Φιλάντου], [φ. 74-75], 24. (αρχ.) Δυό κοπέλες μ’ αγαπούνε | και τες αγαπώ κι’ εγώ | ποια να πάρω, ποια ν’ αφήσω | δεν ηξεύρω από τες δυό, 10 τετράστ. στρ., [φ. 76], 25. (αρχ.) Ψηλέ μου δεντρολίβανε | ποια βρύση σε ποτίζει | οπού είσαι καταδροσερός | κι’ ανθείς και λουλουδίζεις, 8 δίστιχα γραμμένα κατά ημιστίχιο, [φ. 76], 26. (αρχ.) Γυρίζω, τριγυρίζω | εις τη χαμοκέλα σου | και διάφορο δεν έχω | απ’ τη θυγατέρα σου, 4 δίστιχα γραμμένα κατά ημιστίχιο, [φ. 76-77], 27. (αρχ.) Πως το ήξερες ψυχή μου | πως δια τα’ εσέ ολημέρα | στόχασες στον αέρα | κάνω ο δυστυχής, 7 τετράστ. στρ., [φ. 77], 28. (αρχ.) Ως θωρώ, κορασιά μου, δεν βλέπεις | δεν γιγνώσκεις καρδίας τον πόθον | δεν ξανοίγεις ψυχής μου τον μόχθον | πού για εσέ δοκιμάζει πικρώς, 8 τετράστ. στρ., [φ. 78], 29. (αρχ.) Ασηκώθηκα ο καημένος | μιάν αυγή με το καλό | και εις το φόρο κατεβαίνω | για να ιδώ και να χαρώ, 7 τετράστ. στρ., [επτανησιακή η προέλευση του ποιήματος: φόρο, ۬ #πρβ. Χφ. Vc 195|28 ινστ.  και PW 605], [φ. 79-85], 30. Άσμα ερωτικόν, (αρχ.) Εσύ έρωτα πού σύρεις | όλα στην συμφωνίαν | σύρε μίαν καρδίαν | σ’ εμέ τον δυστυχή, 37 τετράστ. στρ. ☺χφ. Berolinensis Graecus 24, φ. 87, Κρατική Βιβλ. Βερολίνου۬  Η περιγραφή από εδώ. ☻Σ.Β. Κουγέας, Η προς τους Ελληνας και τα δημοτικά τραγούδια των Ελλήνων αγάπη του Niebuhr, Ελληνικά, 12 (1952-1953) σελ. 277-288.

–►[Δεκ.;] Σολωμός, «Ξανθούλα»]

–►Ν. Γ. Πίκκολος, «Αποχαιρετισμός εις την Γαλλίαν. 27 Ιουνίου, 1822» ☺Αλέξης Πολίτης, «Ν. Σ. Πίκκολος και Φοριέλ», Ο Ερανιστής, 16 (1980) 6-8

(αρχ.) Ο Ζέφυρος συρίζει | η θάλασσα γογγύζει, 11 εξάστ. στρ. · πβ. Ν. Σ. Πίκκολος, 1838, σελ. 59 (με παραλλαγές). ©

–►Στέφανος Κανέλος, [Άτιτλο] ☺Αλέξης Πολίτης, «Ν. Σ. Πίκκολος και Φοριέλ», Ο Ερανιστής, 16 (1980) 9-12

(αρχ.) Γραικοί ορμάτε εις τους τυράννους, 8 εξάστ. στρ. + επωδός[με την ένδειξη: Σκοπός του γνωστού: Πάμε παιδιά της πατρίδος {=Allons enfants}]. ©

–►Κωνστ. Αριστίας, «Επιστολή προς τους γνησίους υιούς της Ελλάδος κατά των Τουρκοψύχων Χριστιανών, Τουρκολατρών επωνομασθέντων» ☺ Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης, «Ο Κων. Αριστίας και τα ανέκδοτά ποιήματά-του», Ελληνικά, 34 (1982-83) 56-100                                                                                                                 (αρχ.) Τις εξ υμών ω Έλληνες ήθελεν υποθέσει | πως Έλλην επιχειρεί σήμερον να εκθέσει.☻Τα δύο ποιήματα που ακολουθούν στη δημοσίευση του Πρωτοψάλτη είναι του Δημ. Μουρούζη, βλ. Αλέξης Πολίτης, «Δύο ποιήματα του Δημητρίου Μουρούζη που αποδόθηκαν κατά λάθος στον Κωνσταντίνο Αριστία», Μικροφιλολογικά, τχ. 14 (φθιν.2003) 4-5. ©

–►Παναγιώτης Κοδρικάς, Άσμα πολεμικόν ☺ Ιω. Δημάκης, «Δύο πολιτικά στιχουργήματα του Παναγιώτη Κοδρικά», Ο Ερανιστής, 9 (1972-73) 38-39

(αρχ.) Ελάτε παλικάρια | Ελλάδος τα παιδιά | κτυπάτε για την πίστη | και για την λευτεριά, 8 τετράστ. στρ. (η πρώτη επαναλαμβάνεται ως επωδός). ©

 

–►[Γεώργιος Ψύλλας;], [Επίγραμμα στον τάφο του Παναγή Κτενά] ☺Διονύσιος Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών, Αθήνα 1853, 43

Ελλήνων νίκης άγγελος έπαθες ξένον πάθος, | Ως ο Ευκλής ο παλαιός, ο Μαραθωνομάχος. | Ως Φοίνιξ στου πυρός τας φλόγας συ ερίφθης, | Και εις αθάνατον ζωήν πάλι ανεγεννήθης. ☻Ο τάφος, όπου το επίγραμμα, στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Κατά τον Κώστα Μ. Πίτσιο, Αθήνα 1821. Ιστορική μελέτη, Αθήνα 1980, 58, ο τάφος είναι στην εκκλησία των αγίων Θεοδώρων και σώζεται ακόμα, και ποιητής είναι ο Ψύλλας. Ο Γ. Ψύλλας, Απομνημονεύματα του βίου-μου, Αθήνα 1974 δε αναφέρει τίποτε σχετικό (ούτε το όνομα του Π. Κτενά). ©

 

–►Σπύρος Μπουγιουκλής, [Υποδοχή Οδ. Ανδρούτσου], ☺Ι. Βλαχογιάννης, Αθηναϊκόν Αρχείον, Α΄, 1901, 268

(αρχ.) Νέος εις τας Θερμοπύλας | ανεφάνη Λεωνίδας, | ο ανδρείος Οδυσσεύς, 5 τρίστ. στρ. ©

–►Ανώνυμος, Ποίημα ελληνικού τινός απογόνου εξ Ελλάδος, τον δεύτερον χρόνον της αναγέρσεως του ελληνικού έθνους ☺χφ. 730, φ. 1, Βιβλιοθήκη Ρουμανικής Ακαδημίας, Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, «Χειρόγραφαι συλλογαί ποιητικών κειμένων ΙΗ΄ και ΙΘ΄ αιώνος (Σειρά Δευτέρα)», Δωδώνης, 3 (1974) 373-383

(αρχ.) Γράφ’ η μοίρα τον τροχόν της | ρίπτει κάτω με μανίαν | την αναίδειαν, το αίσχος | κι αυτήν την αλαζονείαν, 16 τετράστ. στρ.

 

1 8 2 3

–►Ανώνυμος, [Θούριοι] Συλλογή εκδεδομένων και ανεκδότων ποιημάτων … Α΄, εν ώ Νικήτα [Νηφάκου] Τσοπανάκου και Ανωνύμου…, Αθήνα, 1876

σελ. 49-50: Προτροπή προς Έλληνας, (αρχ.) «Πού η πρώτη προθυμία;» | μας φωνάζει η πατρίς, | «Μόνοι-μας θα πολεμούμεν,| δεν είν’ άλλοθεν ελπίς, 7 τετράστ. στρ. σελ. 50-53: Ο Μιαούλης, (αρχ.) Υπεσχέθης, ω Μιαούλη, | στην Ελλάδα εμπροστά | ν’ αφανίσεις την αρμάτα | και τυράννων τα οστά, 22 τετράστ. στρ. ☻Το ποίημα πρέπει να χρονολογείται αμέσως μετά τον Οκτ. 1823: στη στρ. 11 αναφορά στη ναυμαχία «εις της Σκιάθου τα νερά» (12.10.1823), και στη στρ. 18 «ω χαροποιέ Οκτώβρη», σελ. 53-55: Παρηγορία προς την Ελλάδα, (αρχ.) Ελλάς πατρίς Ελλήνων | παύσε τώρα τον θρήνον, 8 εξάστ. στρ. ©

 

–►Τερτσέτης, «Όνειρον» Χρυσαλλίς, 3 (1865) 17-18· βλ. Ντίνος Κονόμος, Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του, Αθήνα 1984, 69-70 ©

–►Μάιος, Σολωμός, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» ©

–►Σολωμός, «Εις Μάρκο Μπότσαρη» ©

 

–►Ανώνυμος, [Σατιρικό κατά σουλτάνου] ☺Αλέξης Πολίτης, «Μια έμμετρη σάτιρα του Σουλτάνου γραμμένη στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης», Κονδυλοφόρος, 6 (2007) 135-139

(αρχ.) Πού η δόξα σου, Σουλτάνε, πού η πρώτη σου στολή, 11 δίστιχα. ☻Ενδέχεται η χρονολόγηση να πρέπει να κατέβει έως το 1830 το πολύ.

–►Κοσμάς Θεσπρωτός, Φυλλάδα του Αλή Πασά

(αρχ.) Σουλτάν Μαχμούτης πρόσταξε σεφέρι του Βεζίρη, 647 στ., κυρίως δίστιχα.

☻Κυκλοφόρησε σε πολλά χειρόγραφα, αντιγραμμένα σε όλον τον 19ο αι., και διαφορετικά μεταξύ τους, τα περισσότερα χωρίς μνεία του συγγραφέα· μεγάλα αποσπάσματα πέρασαν και στην προφορική παράδοση (βλ. Ém. Legrand, Complainte d’Ali pacha de Tébélen, Παρίσι 1886). Κριτική έκδοση με βάση όλα τα σωζόμενα χφ., Cosmas Thesprotos, Complainte d’Ali pacha. Edition critique avec traduction et glossaire, επιμ. Yvon Tarabout, Cahiers Balkaniques, 4 (1983) 1-175· στις σελ. 52-54 συνοπτική περιγραφή των περιεχομένων κάθε χφ. [να προστεθεί πως οι στ. 1-18 από Fauriel, ΙΙ, 1825, 350]. Οι στ. 145-155 [(αρχ.) Καθώς μαυρίζουν τα κλαριά, τ’ όργωμα, τα προσήλια], Π. Α. Π. [Παναγιώτης Αραβαντινός Πάργιος], Χρονογραφία της Ηπείρου, Αθήνα 1856, 331 με την πληροφορία ότι τους συνέταξεν ως λέγεται είς Αλανότουρκος αυτοσχεδιαστής [πβ. όμως, Σπ. Π. Αραβαντινός, Ιστορία του Αλή πασά του Τεπελενλή, Αθήνα 1895, 293, όπου αποδίδονται στον Κοσμά Θεσπρωτό]. Πβ. και Νέος Ελληνομνήμων, 17 (1923) 352-356.

–►Κωνσταντίνος Διαμάντου Τσουκαλάς, Ιστορία του βεζίρ Αλή πασιά Τεπελενλή, έκδ. Φ. Σεγκούνης, Ηπειρωτικά Χρονικά, 9 (1934) 3-80

σελ. 3-8: [Εισαγωγή] σελ. 9-70: (αρχ.) Βελή πασιάς του δείχνει το γράμμα του πατρός | Αλή πασιάς μας είναι των δύο μας εχθρός, 4.147 στ. [οι σελ. 1-28 του χφ. λείπουν· η αρχ. από σελ. 29· το μέτρο ποικίλει]. σελ. 70-72: Το τραγούδι των Μουσών, στ. 4.148-4.295 [για την καταστροφή των Ιωαννίνων]. σελ. 73-80: [γλωσσάρι].

1 8 2 4

–►Σολωμός, «Επίγραμμα εις Ψαρά», «Λάμπρος;» ©

–►Σολωμός, «Ωδή εις τον Θάνατον του λορδ Μπάιρον» ©

–►Α. Ρ. Ραγκαβής, «Ψυρεία»

☻Ανέκδοτο, γραμμένο στην Οδησσό· Αρχείο Α. Ρ. Ραγκαβή, φακ. 65, 46 σελ., βλ. Κωνσταντίνα Ριτσάτου, Η συμβολή του Α. Ρ. Ραγκαβή στην ανάπτυξη του νεοελληνικού θεάτρου, Ρέθυμνο 2004, 161-162. ©

–►Σταυράκης Αναγνώστου , χφ.

έκδοση Μυτιλήνη (Δήμος Μυτιλήνης), 2000. ©

–►Ανώνυμος, [Σάτιρα κατά Γεωργίου Γαρζώνη] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 55-56

(αρχ.) Αφού τον μούλων όλωνε έκαμε ο Δεσπότης, 12 δίστιχα. ©

 

1 8 2 5

–►Παν. Κοδρικάς, Δοκίμιον, ΕΒΕ. Χφ ©

–►Σολωμός,  Λάμπρος;  ©

 

─►Ανώνυμος, Ποίημα Σλαβονικού απογόνου εκ Βολγαρίας,☺χφ. 730, φ.2-13, Βιβλ. Ρουμανικής  Ακαδημίας.☻Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου, Χειρόγραφαι συλλογαί ποιητικών κειμένων ΙΗ΄ και ΙΘ΄ aιώνος (Σειρά Δευτέρα), «Δωδώνη, 3 (1974) 374

(αρχ.) Έως πότε τυραννία,| ώς πότε βαρύς ζυγός;| Πού είν’ χειρ η ουρανία, 160 πεντάστ. στρ.

 

–►Θεοδ. Αλκαίος, «Τα Ψαρά», ημιτελές έπος, [ΓΜ *5975 και *6139]ΓΕΝ. Ind. 1044.2

(αρχ.) Ω ουρανόθρονε Θεέ, ω πανσθενής ουσία, | Συ ο ων εκ τριών, και εξ ων τρία, οψίγονη έκδ., Θεόδ. Αλκαίος, Η άλωσις των Ψαρών. Τραγωδία εις τρεις πράξεις, Αθήνα 1853, 43-82· στη σελ. 82 σχόλιο: «Το σχέδιον τούτο εγράφη εντός της ναυαρχίδος των Ψαριανών ολίγον μετά την πτώσιν της νήσου», ☻Δείγματα: Γ. Βαλέτας, Θ. Αλκαίος, Αθήνα 1971, 56-58. ©

 

–►Κων. Οικονόμος, Ποίημα ελεγείον εις τον ... αυτοκράτορα Αλεξανδρον, αωκε΄

☻Πρώτη γνωστή έκδ. το 1827. Χφ. αντίγραφο μέσων 19ου αι., βλ. Paul Moreaux, Bibliothèque de la Société Turque d’Histoire, Catalogue des manuscrits grecs (Fonds du Syllogos), Άγκυρα 1964, 184. ©

 

–►Ανώνυμος, [Ωδή στον Μπότσαρη], ☺Διονύσιος Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών, Αθήνα 1853, 124

(αρχ.) Έλληνες κλαύσωμεν άνδρα γενναίον | τον Μάρκον Βότσαριν, ήρωα νέον, 6 εξάστ. στρ., [με τη σημείωση ότι οι μαθητές του αλληλοδιδακτικού σχολείου «βηματίζοντες τακτικώς, προϋπάντουν το ερχόμενον πολεμικόν τακτικόν άδοντες συγχρόνως την ηρωικήν ωδήν».] ©

1 8 2 6

–►Κ. Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, Ανέκδοτα Ποιημάτια, [διάφορα ποιήματα, ορισμένα παλαιότερα του 1826], Παρίσι 1876, ΓΕΝ. MGL. 194.25

σελ. [α]: Ιακωβάκη | Ρίζου Νερουλού | Ανέκδοτα Ποιημάτια, [ψευδότιτλος], σελ. [δ]: [γκραβούρα με την μορφή του Νερουλού], σελ. [στ]: [γκραβούρα με την μορφή του Νερουλού], σελ. [η]: [γκραβούρα με την μορφή του Νερουλού], σελ. 1: Ιακωβάκη | Ρίζου Νερουλού | Ανέκδοτα Ποιημάτια, [τίτλος]· Εκδοθέντα υπό του | M is de Queux de Saint-Hillaire | Ιππότου του Ελλ. Τάγματος του Σωτήρος· ( ανάτ. Από Annuaire de l’ Association pour l’ encouragement des Études grecgues en France Εν Παρισίοις | Εκ της τυπογραφίας του Chamerot | εν τη οδό Αγίων Πατέρων, αρ. 19 | 1876, σελ. 3-6: Poésies inédites | de | Jacovaky Rizos Néroulos, [εισαγωγή στα γαλλικά], [πεζό], σελ. 7-11: Αποχαιρετισμός εις Ιταλίαν, [Πίζα, 17 Απριλίου 1826], (αρχ.) Ω αδελφή της δυστυχούς Ελλάδος θαυμασία, | Θυγάτηρ δευτερότοκος της δόξης Ιταλία, 152 στ., 15σύλλαβοι, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, [μια υποσημείωση στις σελ. 9 και 10], σελ. 11-15: Εις Εαυτόν, [προ 1826], (αρχ.) Πού είν’ εκείνος ο καιρός, όταν κι εγώ ευδαίμων, | απ’ αύρας βοηθούμενος των ευμενών ανέμων, 73 δίστιχα, 15σύλλαβα, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, [μια υποσημείωση στη σελ. 13], σελ. 15-17: Απάντησις εις τα περί του υιού του ελεγεία της κυρίας Αγγελικής Πάλλη, (αρχ.) Ορφεύς κι εγώ ας ήμην, | να ψάλλω λιγυρά, 13 τετράστ. στρ., 1ος και 3ος στ. 7σύλλαβοι, 2ος και 4ος στ. 6σύλλαβοι, πλεκτή ομοιοκαταληξία, σελ. 17-23: Ωδή εις Μεσολόγγιον, [για την πρώτη πολιορκία], (αρχ.) Που έφθασεν η τόλμη κ’ η λύσσα των βαρβάρων, | και όρμησαν ηρώων να σφάξωσι φρουράν, 38 τετράστ. στρ., 1ος και 3ος στ. 14σύλλαβοι, 2ος και 4ος στ. 13σύλλαβοι, πλεκτή ομοιοκαταληξία, [μια υποσημείωση στις σελ. 22 και 23], σελ. 23-26: Εις Αγλαΐαν, (αρχ.) Πως θα βαστάξω βάρος τοιαύτης συμφοράς, | την στέρησιν της μόνης, κι’ ωραίας μου κεράς, 110 στ., 13σύλλαβοι, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, [μια υποσημείωση στη σελ. 24], σελ. 26-40: Εις Ψαρραίους, σελ. 26-36: Μέρος ά, (αρχ.) Κρατών εις χείρας του τ’ αλκοράνον, | Μαχμούτ ο ύστατος των Σουλτάνων, 45 εξάστ. στρ., 10σύλλαβοι στ., 1-2 στ. ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, 3-6 στ. σταυρωτή ομοιοκαταληξία, σελ. 37-40: Μέρος β΄, (αρχ.) Μηδέ νυξ ήτον, μηδέ ημέρα | άλλ’ όλον έβαπτε τον αιθέρα, 14 εξάστ. στρ., 10σύλλαβοι στ., 1-2 στ. ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, 3-6 στ. σταυρωτή ομοιοκαταληξία, σελ. 40-42: Εις την υγείαν, (αρχ.) Φίλη αγώνων συνεχών κι ιδρώτων, ω Υγεία! | ευρύστερνε, φουσκόνευρε, στους ώμους σου πλατεία, 68 στ., 15σύλλαβοι, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, [μια υποσημείωση στη σελ. 41], σελ. 42: Εις πριγγιπέσσαν Ραλλού Καρατζά, | μεταφράσασαν την ελληνικήν ιστορίαν εκ της ιστορικής βιβλιοθήκης του Βρεττόνου, (αρχ.) Της ιστορίας στολισμός της παλαιάς μας είναι | Ελλάδος ηρωΐναι, 6 δίστιχα, οι μονοί στ. 15σύλλαβοι, οι ζυγοί στ. 7σύλλαβοι, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, σελ. 43-50: Ωδή εις τους Έλληνας, (αρχ.) Άγριος τίγρης, δεινόν θηρίον, | Τούρκων Σουλτάνων ευνούχων θρέμμα, 64 τετράστ. στρ., 10σύλλαβοι στ., σταυρωτή ομοιοκαταληξία, σελ. 50-51: Εις την Αγγελικήν Πάλλη, (αρχ.) Το κλεινόν όρος η Πιερία | όπου το πάλαι Μουσών χορεία, 13 τετράστ. στρ., 1-3 στ. 10σύλλαβοι, 4ος στ. 5σύλλαβος, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. ☻Τα ποιήματα αυτά είναι γραμμένα γύρω στο 1826, σύμφωνα με την εισαγωγή, (σελ. 5). Έκδηλη είναι η στροφή του Νερουλού προς τον αρχαϊσμό, όπως παρατηρεί ο Κ. Θ. Δημαράς (Ιστορία Νεοελληνική Λογοτεχνίας, σελ. 271, δεύτερη έκδοση, Ίκαρος, 1956). Τα περισσότερα ποιήματα έχουν θέμα εθνικό. © + ۩

–►[1.] «Ύμνος Μεσολογγίου, τον οποίον έψαλλον οι απλοί Έλληνες μετά την πτώσιν αυτού», [2. Δημ. Αινιάν] «Έτερον άσμα Μεσολογγίου», Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Β΄, Αθήνα, 1839, 424-426, 426-429.

[1.] (αρχ.) Αποκλεισμός μεγάλος εξ όλων των μερών | φέρει το Μεσολόγγι εις τον απελπισμόν, 21 δίστιχα. [2.] (αρχ.) Αίματα, μάχαι, σφαγαί και φόνος, | ανδρεία τόλμη και καρτερία, | οία δεν είδε ποτέ ο χρόνος | είναι του ύμνου-μου η αιτία, 21 τετράστ. στρ. Αναδημ. Από Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, 10.4.1826. ©

–►Χατζη-Γεράσιμος ιερομόναχος εκ Δουσίκου, [Τρία στιχουργήματα] ☺Δημ. Ζ. Σοφιανός, «Χατζη-Γερασίμου ιερομονάχου της μονής Δουσίκου ανέκδοτα στιχουργήματα», Τρικαλινά, 5 (1985) 7-27

[1.] Στίχοι πολιτικοί (αρχ.) Πατέρες οσιότατοι Δουσίκου μονυδρίου, 6 δίστιχα [ηθικές προτροπές].  [2.] Έτεροι στίχοι (αρχ.) Αλίμονον, αλίμονον στο γένος των Ρωμαίων, 50 στ. [προφητείες απελευθέρωσης· αναφορά στον Αγαθάγγελο]. [3.] Ετέρους στίχους πολιτικούς δια τα εμοί συμβάντα (αρχ.) Εδώ θέλω διηγηθώ, τα άθλα μου να γράψω, 222 στ.

–►Χατζη-Γεράσιμος ιερομόναχος εκ Δουσίκου, Εγκώμιον αγίου Βησσαρίωνος, ☺Δημ. Ζ. Σοφιανός, «Χατζη-Γερασίμου ιερομονάχου Δουσικιώτη ανέκδοτον εγκώμιο του αγίου Βησσαρίωνος», Τρικαλινά, 7 (1987) 7-40

(αρχ.)  Πάλιν και τώρα αρχινώ, ωσάν και εις το πρώτον, 203 στ., συνήθως ως δίστιχα. ☻Εξαιρετικά άτεχνο. Πολύ σημαντικό συγγραφικό σχόλιο στο τέλος (ό.π., 39, ότι «ερανίσθηκε» από Καισάριο Δαπόντε, κ. ά. ©

1 8 2 7

–►Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, «Θούριον άσμα», «Ο Κλέπτης»

[Βλ. Διάφορα ποιήματα, Α΄, Αθήνα 1837, 276-278, 291-293· πβ. Απομνημονεύματα, Α΄, Αθήνα 1894, 174] ©

–►Δημήτριος Αργυρίου Παπά Ρίζου, [Έπαινος στον μητροπ. Σερρών Πορφύριο Λέσβιο], ☺Δημ. Αργυρίου Παπα Ρίζου, Πύραμος και Θίσβη, Αθήνα, 1836, 173-174

(αρχ.) Παλαιόθεν εχρησμώδει η Πυθία των Σερρών | έλευσιν του πλανήτου κ’ επιφάνειαν κομήτου | Όστις να την ανυψώσει εις υπέρτατον βαθμόν, ?? δίστιχα. [Σχόλιο·«Η παρούσα ακροστιχίς συνετέθη κατά το 1827 έτος, και μελισθείσα παρά του μελωδικοτάτου Σταμούλη Π. Ζαρκινού, εψάλλετο εν Σέρραις πανδημεί και με γενικόν ενθουσιασμόν διότι επήνει Αρχιερέα του οποίου την στέρησιν θρηνεί εισέτι η πόλις των Σερρών». Υποσημείωση στο ποίημα: «Τω σεβασμιωτάτω και φιλομούσω Γέροντι πρώην Σερρών νυν δε Μυτιλήνης Κυρίω*[=Προφυρίω]». Ακροστιχίδα: Πορφυρίω Λεσβίω.] ©

–►Ιωάννης Λαγάνης, Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως με των Οθωμανών ☺Παν. Φ. Χριστόπουλος, Η ιστορία της επαναστάσεως των Ελλήνων. Ένα έμμετρο χρονικό (1821-1827) του Αθηναίου νοταρίου Ιωάννη Λαγάνη, Αθήνα, 1989.

(αρχ.) Πρώτον με την βοήθειαν και χάριν του υψίστου, 1.007 δίστιχα. ©

1 8 2 9

–►Σολωμός, «Εις μοναχήν» ©

1 8 3 0

–►Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, «Ο Ιππεύς», «Ταξιδεύτρα»,

[Βλ. Διάφορα ποιήματα, Α΄, Αθήνα 1837, 289-291· πβ.  Απομνημονεύματα, Α΄, Αθήνα 1894, 243, 245.] ©

–►Ιωάννης Ασάνης, «Σάτυρα εναντίο του Δεσπότη» ☺Γ. Γ. Αλισανδράτος, «Οι πολιτικές σάτιρες του 1830 στην Κεφαλονιά και ο Παναγιώτης Βεργωγτής», Ο Ερανιστής, 8 (1970) 256-257

(αρχ.) Φευ! Πότε τούτο ακούσθηκε, της πόλεως Δεσπότης, 8 δίστιχα.

1 8 3 1

–►Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, «Σκέψεις της ερημίας»

[Βλ. Διάφορα ποιήματα, Α΄, Αθήνα 1837, 245-253· πβ. Απομνημονεύματα, Α΄, Αθήνα 1894, 274 (συνάντηση με Ταγιαπιέρα.)] ©

–►Ανώνυμος, Επιτάφιος τραγωδία, ☺Σ. Β. Κουγέας, «Ρίμα Ηλία Μαυρομιχάλη», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1963, 3-8

(αρχ.) άδω τα επινίκεια του νέου Αχιλλέως, 132 δίστιχ (το 36ο τρίστιχο). ☻Του 1831 ©

1 8 3 3

–►Γεώργιος Χρ. Πρινάρης, [Ποιήματα]

1. : Πρόσκλησις, (αρχ.) Κόρη μου έλα | καλή κοπέλα | της Γης θεά, 6 τρίστ. στρ., 2. : Ο Ψύλλος, (αρχ.) Την λύραν πάλιν έκρουσα | δια σένα τώρ’ ω ψύλλε, 120 στ., [αρχείο Θεόδωρου Θεοδώρου.] ♫

–►Γεώργιος Α. Κλεάνθης, [Απόσπασμα]Σαμιακή Επιθεώρηση, 10, τχ. 37-38 (1αν. 1989) 5

(αρχ.) Εις ένα δάσος εκτεταμένον, 28 στ.

–►Σωτήρης Δουκάκης, Άτιτλο, ☺Χρήστος Γ. Κωνσταντινόπουλος, «Τρία πολιτικά στιχουργήματα του Σωτηρίου Δουκάκη», Τιμητικός τόμος Κ. Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα 1993, 943-951 ©

(αρχ.) Μάσσον πολυμαθέστατε γέμεις φιλοσοφίαν, 10 δίστιχα.

1 8 3 4

–►Ιωάννης Μάης, [Ποικίλα] Ντ. Κονόμος, «Ανέκδοτα κείμενα του Ιωάννη Μάη», Επτανησιακά φύλλα, 6 (1968) 55-68

☻Για τη χρονολογία, πβ. Ντ. Κονόμος, Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα-του, Αθήνα, 1984, 20. ©

1 8 3 5

–►Ιακ. Ρίζος Νερουλός, «Ελεγείον εις την αποθανούσαν Λουίζαν Καντακουζηνού» Έσπερος, 5 (1885-86) 70

(αρχ.) Εις εαρινούς λειμώνας μεταξύ ανθών μυρίων | ένα μόνον την δικαίαν τιμήν είχε των πρωτείων, 74 στ. ☻Η Λ. Καντακουζηνού, κόρη Armansberg, πέθανε νέα κι ετάφη στην Ψυτάλλεια. Βλ. Έσπερος, ό.π., 68-70 (όπου και σύντομο βιογραφικό Ι. Ρ. Νερουλού), και  Αλ. Ρίζος Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, Β΄, 36-37, όπου όμως, προφανώς από παραθύμηση, ο θάνατος χρονολογείται τον Ιαν. του 1837. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Ότε ήκουσα ότι ανεγείρουσιν κενοτάφιον τω Κοραή», ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, , φακ. 27 1141, αρ. 1 (14), Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 81

(αρχ.) Κενοτάφιόν-σου; Όχι! Τόσον βάρος δυστυχίας | ας μη φέρει η Ελλάς-σου εξ αιτίας της Γαλλίας! | Κοραή, Ελλήνων πάτερ, ναι, ετάφης μεν εκεί, | πλην το πνεύμα-σου βεβαίως εν Ελλάδι κατοικεί. Κ’ ενώ πλήρης σού η γής-μας καρπούς φέρει σού αξίους, | σπιθαμή κενή δεν μένει εις τιμάς κενοταφείους, 3 δίστιχα. ©

1 8 3 7

–► Γεώργιος Α. Κλεάνθης, [Απόσπασμα] Σαμιακή Επιθεώρηση, 10, τχ. 37-38 (1αν. 1989) 5

(αρχ.) Κλονείται η γη, βομβούν οι κάμποι, [Κατά του Αλ. Βογορίδη· τοποχρονολογία, Εύβοια 1837.]

 

1 8 3 9

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Προς Αδ. Παπαδιαμαντόπουλον» ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, φάκ. 27 1147, αρ. 2, Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 350, υποσημ. 193

☻Θέμα του ποιήματος η ποίηση.©

1 8 4 0

–►Συλλογή εξωτερικών ασμάτων, 1830-1840 ☺ χφ. αρ. 63, Γεννάδιος Βιβλιοθήκη

☻ Ελληνική Παλαιογραφική Εταιρεία, Κατάλογος εκθέσεως χφ. της Γενν. Βιβλ.,  Αθήνα 2004, 100-101. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Προς Βασίλειον Οικονομίδης, απαγγείλαντά-μοι πολλά δημοτικά άσματα» ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ,  φακ. 27 1141, αρ. 2, Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο, 2004, 70, πβ. και 343

☻Σονέτο. ©

1 8 4 3

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Συλλαλιά μητρός και τέκνων» Πανδώρα, 6 (1856-57) 49-66· Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο, 129-130· Π. Ματαράγκας, Παρνασσός, Αθ. 1880, 756-757 {με τον τίτλο: «Φιλελεύθεροι»}· Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, , φακ. 27 1141, αρ. 1(4), Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 222, υποσημ. 516

(αρχ.) Ηλιοκαυμένοι άνδρες, πλησιάσατέ-με φίλοι·| σας γνωρίζω ποίοι είσθε, πριν ανοίξετε τα χείλη, 14 δίστιχα. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Εις την πρώτην είδησιν της Γ΄ Σεπτεμβρίου» ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, φάκ. 27 1141, αρ. 1(6), Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 222, υποσημ. 517

(αρχ.) Ποίος νους ή ποίαι κινούνται χείρες. ©

 

–♠Κωνσταντίνος Οικονόμος, «Εις το λοιμοκαθαρτήριον Πειραιώς» ☺Δημήτριος Μπαλάνος, Ανέκδοτοι επιστολαί Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Αθήνα, 1936, 13 Π.Κ. ΠΠΚ. 115741

(αρχ.) Οίκος όδε κρατερός και χάλκεος ουδός εέργει | Ελλήνων από γης λοιμόν ολεσσίπολιν. | Οι δ’ απολυμαίνοντες πας ξένος έκτοθεν ήκων. | Αίθε δε και λοιμούς άνδρας απείργε μακράν, 1 τετράστ. στρ., 1ος και 3ος στ. 15σύλλαβοι, 2ος και 4ος στ. 13σύλλαβοι, ανομοιοκατάληκτοι στ.

☻Πέντε ποιήματα και πολλά επιγράμματα του Κωνσταντίνου Οικονόμου τυπωμένα σε χειρόγραφο λεύκωμα με τίτλο Φαντασίας παίγνια ή δυσθυμίας κούφης διατριβή. Ο Μπαλάνος το παραθέτει ως δείγμα. ۩

1 8 4 4

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Εις την ΚΕ΄ Μαρτίου» ☺Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο, 131-132· Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, , φακ. 27 1141, αρ. 23, Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 223, υποσημ. 528 ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Ωδή εις την Ανδριανούπολιν» ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, φακ. 26 1140, αρ. 68, 69, Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 223, υποσημ. 530 ©

–►Γεώργιος Πετμεζάς, [Επιστολή προς Σ. Α. Κουμανούδη] ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, φακ. 5 1107, αρ. 78, Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 355, υποσημ. 55 (δείγμα στη σελ. 342).©

1 8 4 5

–►Κωνστ. Α. Κουμανούδης, «Η πρώτη Αυγούστου (προς τον αδελφόν-μου [Στέφανον])» Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης. Σχεδίασμα βιογραφίας, Αθήνα 262-263]

(αρχ.) Ιδέ το νεωστί κλεισθέν πτηνόν εις τον κλωβόν-του, 20 στ. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Η διπλή άνοιξις» ☺Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο [1879], 128-129

(αρχ.) Οι όμβροι, αι νιφάδες της χιόνος, 44 στ. ©

–►Αναστάσιος Γραμματικός ή Γραμμενιάτης, «Κυκεών. Ήτοι τεμάχια στιχηρά-τε και πεζά παντοίας ύλης […] εκ διαφόρων περιέργων βιβλίων […] και διάφορα ανέκδοτα»

(αρχ.) Ήσυχον νεύμα | τερπνόν το πνεύμα, 6 δίστιχα, ☺το μοναδικό δείγμα: Ελένη Κουρμαντζή, «‘‘Κυκεών’’. Ένας Γιαννιώτικος κώδικας του 19ου αιώνα και ο Λέανδρος Βρανούσης», Ο Ερανιστής, 21 (1997) 366-372. Παρουσιάζεται πρόχειρα ο κώδικας (χωρίς αναγραφή περιεχομένων) και ασαφείς βιβλιογραφικές ενδείξεις. ©

 

1 8 4 6

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Το δυσανάβατον όρος» ☺Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο, [1879], 127-128

(αρχ.) Μαυροκόκκινος ο βράχος ίσταταί-μοι αντικρύ, 13 δίστιχα. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Εις την ΚΕ΄ Μαρτίου ΑΩΚΑ΄» ☺Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο, [1879], 131-132

(αρχ.) Πολλών αιώνων νυξ εκυοφόρει, 12 τετράστ. στρ. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Προς την φοιβάζουσαν νεολαίαν», ☺ Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο, [1879], 133-134· Ματαράγκας, 755-756

(αρχ.) Φευ, ποιηταί! μικροπώλαι εγίναμεν και παντοπώλαι, 44 στ. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Εν τω Αιγαίω. Στροφαί αλκαϊκαί» ☺ Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο [1879], 134-138

(αρχ.) Ιδού, ιδού, μ’ εκφεύγ’ η Ευρώπης γη, 26 τετράστ. στρ. ©

1 8 4 7

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Το φαιδρόν άκουσμα», ☺Ματαράγκας, 753-754

(αρχ.) Υπέρ τον πύργον χθες τον Αιόλιον, 10 τετράστ. στρ. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Ο πόθος του Έλληνος», ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, , φακ. 27 1141, αρ. 1(5), Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 223, υποσημ. 531 ©

1 8 4 8

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Το τραγούδι του δευτέρου πολέμου» ☺Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης. Σχεδίασμα βιογραφίας, Αθήνα 263-264 (μερική δημοσίευση)· Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, φακ. 27 1141, αρ. 25, Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 224, υποσημ. 545

(αρχ.) Μάιος γελά και έαρ, δρόσου πλήρης η ημέρα, | και εβγαίνων ν’ αναπνεύσω, πλην ακούω στον αέρα, 14 δίστιχα. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Το έτος αωμη΄» ☺ Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο [1879], 129· Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, , φακ. 27 1141, αρ. 2 (21-22), Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 224, υποσημ. 544

(αρχ.) Ιδού εκείνη της ψευδούς ευδίας, 2 τετράστ. στρ. + 1 εξάστ. στρ. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, «Οι γνησίως φιλελεύθεροι» ☺Σωκρ. Παρασυράκης, Πανελλήνιον Ημερολόγιον . . . 1880, Λονδίνο [1879], 129-130· Ματαράγκας, 756-757

(αρχ.) Ηλιοκαυμένοι άνδρες, πλησιάσατέ-με, φίλο, 14 δίστιχα. ©

–►Σ. Α. Κουμανούδης, [Ποιήματα για Πολωνία και Ρουμανία] ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ,  φακ. 27 1141, αρ. 24 και 1(4-5), Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 224, υποσημ. 538, 539 ©

1 8 5 0

–►Σ. Α. Κουμανούδης, [Ποίημα κατά του αγγλικού αποκλεισμού] ☺Αρχείο Κουμανούδη, ΕΒΕ, , φακ. 26 1140, αρ. 46, Σοφία Ματθαίου, Σ. Α. Κουμανούδης, Ρέθυμνο 2004, 225, υποσημ. 559 ©

ΑΧΡΟΝΟΛΟΓΗΤΑ

–[±1800]►Αντώνιος Μαρτελάος☺Φαίδων Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, Αντώνιος Μαρτελάος και οι περί αυτόν, τχ. Δ΄, Αθήναι 1977

σελ. 5-74: Αντώνιος Μαρτελάος σελ. 7-40: Εισαγωγή. σελ. 7-10: Γενική εισαγωγή. σελ. 10-14: Βιογραφικά. σελ. 15-40: Το έργον σελ. 15-28: Εκδεδομένα έργα σελ. 28-33: Ανέκδοτα έργα σελ. 33-37: Προσγραφόμενα έργα σελ. 37-40: Απολεσθέντα ή λανθάνοντα έργα σελ.41: [Φωτογραφία Αντώνιου Μαρτελάου] σελ. 41-74: Κείμενα σελ. 41-45: Ι [Ύμνος εις την περίφημον Γαλλίαν, αρχιστράτηγον Βοναπάρτην και τον στρατηγόν Γεντίλλην (αρχ.) Όθεν είσθε των Ελλήνων | παλαιά ανδρειωμένα,| κόκκαλα εσκορπισμένα,| λάβετε τώρα πνοήν, 38 τετράστ. στρ. σελ. 46-47: ІІ (αρχ.) Μπρος, παιδία, ας πολεμούμε!| Ο καιρός της δόξας ήλθε!| Αν το γένος αγαπούμε,| στη φωτιά, μπρος, στη φωτιά!, 15 τετράστ. στρ. σελ. 47-48: ІІІ (αρχ.) Ω θύγατερ της φύσεως | Και αδελφή τζ’ ειρήνης,| Γεωργική, που δίνεις | τα αγαθά της γης, 14 τετράστ. στρ. σελ. 49-50: ІV (αρχ.) Στόματα, δεν κιλαδείτε | των πουλιών την ευτυχία,| που έφυγαν οκ τα κλουβία | και πετούν εις τα κλαδιά;, 11 τετράστ. στρ. σελ. 50: V (αρχ.) Την Ωδήν του Βοναπάρτου | την εθαύμασεν ο νους μου,| υπερχάρηκε η καρδιά μου,| π’ αγαπάς τη ’λευθεριά, 8 τετράστ. στρ. σελ. 51-56:  Μέγα είναι το οφθέν μοι | ύπαρ της επιφανείας | εν καιρώ νυκτός βαθείας,| ζεύγος ω μακαριστόν, 50 τετράστ. στρ. σελ. 56: VI [Στον Ugo Foscolo] Του κάκου Φράγκο θέλουν να σε κάμουνε·| πού ’σ’ Έλληνας, τα «Μνήματα» φωνάζουνε, δίστιχο [χρονολ.:1808] στ. σελ. 57: VIII (αρχ.) Δεν μου λέτε, στη ζωή σας,| σεις οι πλούσιοι και αφεντάδες,| π’ αγαπάτε πάντα φαύλους | Και κακούς παλληκαράδες, 4 τετράστ. στρ. σελ. 57: IX (αρχ.) Δεν μπορεί ανθρώπου γλώσσα | να ειπή τί συφορές | εγεννούσαν των αρχόντων | οι κλεψιές και αδικιές, 2 τετράστ. στρ. σελ. 57: X  (αρχ.) Τα Νησιά μας είναι Κράτος | ζηλευτό. Αλλ’ η πατρίδα | ούλη η άλλη είναι δούλη.| Έχω όμως την ελπίδα, 2 τετράστ. στρ. σελ. 58: XI (αρχ) Η Γαλλία ήλθε πάλι | να μας δώσει ελευθερία,| την Ελλάδα να ξεθάψη,| όπου κείται στη δουλεία,  2 τετράστ. στρ. σελ. 58: XII Χαίρε, χαίρε, ξακουσμένη  | Βρεταννία! Έχω ελπίδα | οχ τον τάφο να σηκώσης | συ την δύστυχην Ελλάδα, 1 τετράστ. σελ. 58: XIII (αρχ.) Να ιδώ, παιδιά, να ιδώ, παιδιά,| το φλάμπουρο κ’ εγώ | της ’λευθεριάς ολούθε | να λάμψη, να χαρώ, 3 τετράστ. στρ. σελ. 58-59: XIV (αρχ.) Είπεν ο φοβερός θεός, σείσας την κεφαλήν του,| κ’ ευθέως όλ’ οι ουρανοί τρέμουν εις την φωνήν του, 5 δίστιχα. σελ. 59-60: Αρχαΐζοντα κείμενα. σελ. 59: ♠XV (αρχ.) Τον ελικωνιάδων εν ευπατρίδαις Ζακύνθου έξοχον τρόφιμον, 7 στ. σελ. 59: ♠XVI (αρχ.) Παλλάδ’ ο Φωκεύς δώρον Επειός γ’ ώπασε τήνα | μηδοσύνας ποκά περ τας κρατεράς πέλεκυν, 6 στ. σελ. 60: ♠XVII (αρχ.) Δεύτε Κούραι Ζηνός αδυεπείς γε | Μοίσαι άπασαι λίγα ρ’ υμνέουσαι,| άρχετ’ ωδάς νυνί δαΐφρων’ άνδρα | Συμμάχιόν ρα, 4 τετράστ. στρ. σελ. 60: XVIII (αρχ.) Conjugium tibi Rex fecundet numine longo | nec sterilis, juvenis, sit tibi progenies. σελ. 61-74: XIX Κανών εις τον Άγιον Διονύσιον σελ. 61-63: Ωδή Α΄ (αρχ.) Ο Ειρμός | Αρματηλάτην Φαραώ εβύθισε | τερατουργούσα ποτέ | μωσαϊκή ράβδος,| σταυροτύπως πλήξασα | και διελούσα θάλασσαν,| Ισραήλ δε φυγάδα | πεζόν οδίτην διέσωσε |άσμα τω Θεώ αναμέλποντα, 6 οκτάστ. στρ. [Ωδή Β΄ δεν υπάρχει] σελ. 63-64: Ωδή Γ΄ (αρχ.) Ο Ειρμός | Ουρανίας αψίδος | οροφουργέ Κύριε | και της Εκκλησίας δομήτορ, 6 οκτάστ. στρ. σελ. 65-66: Ωδή Δ΄ (αρχ.) Ο Ειρμός | Συ μου ισχύς, Κύριε, συ μου και δύναμις,| συ Θεός μου, συ μου αγαλλίαμα,| ο πατρικούς κόλπος μη λιπών, 6 οκτάστ. στρ. σελ. 66-68: Ωδή Ε΄ (αρχ.) Ο Ειρμός | Ίνα τι με απώσω | από του προσώπου σου το φως το άδυτον | και εκάλυψέ με, 6 οκτάστ. στρ. σελ. 68-69: Ωδή ΣΤ΄ (αρχ.) Ο Ειρμός | Την δέησιν εκχεώ προς Κύριον  | και αυτώ απαγγελώ μου τας θλίψεις | ότι κακών η ψυχή μου επλήσθη. σελ. 69-71: Ωδή Ζ΄ (αρχ.) Ο Ειρμός | Παίδες Εβραίων εν καμίνω | κατεπάτησαν την φλόγα θαρσαλέως | και εις δρόσον το πυρ, 6 εξάστ. στρ. σελ. 71-72: Ωδή Η΄ (αρχ.) Ο Ειρμός | Τον εν αγίω όρει δοξασθέντα | και εν βάτω πυρί το της Αειπαρθένου | Τω Μωϋσή μυστήριον γνωρίσαντα, 6 εξάστ. στρ. σελ. 72-74: Ωδή Θ΄ (αρχ.) εξέστη επί τούτω ο ουρανός | και της γης κατεπλάγη τα πέρατα,| ότι Θεός ώφθη τοις ανθρώποις σωματικώς, 6 εξάστ. στρ. σελ. 74: XX (αρχ.) Δεύτε πάντων φιλεόρτων το σύστημα | ύμνοις τον Χριστού ιεράρχην | εγκωμιάσωμεν, 11 στ.☼

–[±1800]► Νικόλαος Λογοθέτης-Γουλιάρης ☺Φαίδων Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, Αντώνιος Μαρτελάος και οι περί αυτόν, τχ. Δ΄, Αθήναι 1977 «Οι περί τον Αντ. Μαρτελάον»

σελ. 77-81: Εισαγωγή σελ. 82: [Φωτογραφία χειρογράφου του Ν. Λογοθέτου-Γουλιάρη] σελ. 83-90: Νικόλαος Λογοθέτης-Γουλιάρης σελ. 83-88: I (αρχ.) Ποίος ήκουσε ποτέ του | κόκκαλα πνοήν να λάβουν,| σάλπιγγα να καταλάβουν | και οχ τα μνήματα να εβγούν;, 46 τετράστ. στρ. σελ. 88-89: II (αρχ.) Ημών ο κράντωρ εις μακράς στροφάς ετών ευ ζήτω!| Ο μέγας Παύλος πανοικί μεγάλως υψωθήτω | συμμάχοις άμα ήρωσιν αιώνος του παρόντος, 15 δίστιχα. σελ. 89-90: III (αρχ.) Ερωτάθ’ «ο στιχοθέτης  ‌  τίς εστί;» Πολύ δικαίως.| Το επίκλην Λογοθέτης  ‌  αποκρίνομ’ αναγκαίως, 4 τετράστ. στρ. ☼

–[±1800]►Νικόλαος Κουρτσόλας ☺Φαίδων Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, Αντώνιος Μαρτελάος και οι περί αυτόν, τχ. Δ΄, Αθήναι 1977 «Οι περί τον Αντ. Μαρτελάον»

σελ. 91-92: Νικόλαος Κουρτσόλας σελ. 91: I (αρχ.) Εύγε, εύγε, Μαρτελάε,| που τυράννους πάντα βρίζεις | και σωτήρα της Ελλάδος | τη Γαλλία μας νομίζεις, 4 τετράστ. στρ. σελ. 91-92: II (αρχ.) Ιδού τώρα, ω Ελλάδα,| οπού ευρίσκεσαι βεβαία | πως η τρίχρωμος σημαία | έρχεται διά να σ’ ευρή, 13 τετράστ. στρ. σελ. 93-104: Επίμετρον σελ. 95-101: Αι διαθήκαι του Αντωνίου Μαρτελάου σελ. 101-104: Σχόλια επί του κειμένου των διαθηκών σελ. 105-106: Λεξιλόγιον σελ. 107-109: Πίναξ κυρίων ονομάτων σελ. 111: Πίναξ περιεχομένων.

–[±1800]►Αυξέντιος  ☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, λοιποί προσολωμικοί, προσθήκαι, τχ. E΄, Αθήναι (Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών) 1997

σελ. 5: Πρόλογος σελ. 6: [Αναπαράγεται χαρακτικό από τον Castellan, «Η Ζάκυνθος»] σελ. 7-32: Λοιποί προσολωμικοί σελ. 9-16: Εισαγωγή σελ. 17: Αυξέντιος (αρχ.) Κουτούζιος Κουτούζιου κουτός κουτά εστοχάσθει | Σάτιρας σατιρίζοντας σατιρικά εντροπιάσθει.| Παίζοντας με τη σάτιρα ο σάτυρος δαγκάνει,| σημάδι ασχημότατο στο προσωπό του κάνει. ☼

–[±1800]►Ιωάννης Καστροφύλακας ☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, λοιποί προσολωμικοί, προσθήκαι, τχ. E΄, Αθήναι (Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών) 1997

σελ. 18-19: (αρχ.) Τας τιμάς του Συμμαχίου | να κηρύξει με ανδρεία | η εμή αδυναμία | βέβαια δεν ημπόρει, 18 τετράστ. στρ. ☼

–[±1800]►Διονύσιος Λουκίσας☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, λοιποί προσολωμικοί, προσθήκαι, τχ. E΄, Αθήναι (Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών) 1997

σελ. 20-21: I (αρχ.)  Όλη την καλή καρδιά | έχομε απ’ τη Ρουσία,| πόχασε την Ισιότης | κι όσοι θέλουν το καλό της, 20 τετράστ. στρ. σελ. 22-24: II (αρχ.) Προς τους ευγενείς κι αξίους,| τους ανδρείους, τους γενναίους,| σ’ όλους τους Μοτζινιγαίους·| πάντοτε τσι προσκυνώ, 24 τετράστ. στρ. σελ. 24-25: III (αρχ.) Τι αστόχαστος μωρία | σύγχυσις πολλά μεγάλη | και εις το κεφάλι ζάλη | πόβαλαν κάποιοι σοφοί, 15 τετράστ. στρ. σελ. 25-27: IV (αρχ.) Ας υμνήσουμε μεις όλοι | εκ καρδίας την Ρουσία,| οπού ήτον η αιτία | κι εχαθήκαν οι κακοί, 24 τετράστ. στρ.

–[±1800]►Δανιήλ Κολέττης-Δανελάκης☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, λοιποί προσολωμικοί, προσθήκαι, τχ. E΄, Αθήναι (Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών) 1997

σελ. 28-29: I (αρχ.) Κυρά, ’μαι ξένο,| ξενιτεμένο,| πουλί χαμένο·| τί να γενώ;| Θα ξενυχτήσω·| πού να καθήσω | πού να σταθώ;, 6 οκτάστ. στρ. σελ. 29-31: II (αρχ) Μπρός, παιδιά της πατρίδος,| και δι’ ημάς έφθασε η ώρα!| Ένας Τούρκος δε θα μείνει | στων Ελλήνωνε την χώρα, 24 τετράστ. στρ. σελ. 31: III (αρχ.) Το χρυσόχορδόν σου πλήκτρον,| ω Απόλλων, δάνεισέ μου | και κατάβα βοήθησέ μου,| διότι μόνος δεν μπορώ, 5 τετράστ. στρ. σελ. 32: IV (αρχ.) Πρόσωπο δίχως εντροπή, κορμί μαγαρισμένο,| γλώσσα γιομάτη από πομπή και στόμα μολυσμένο, 5 δίστιχα. V (αρχ.) Κυρά τα’ αλεύρι | σου λέω ν’ αφήσεις, 7 τετράστ. στρ. ☼

–[±1800]►Νικόλαος Κουτούζης ☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, λοιποί προσολωμικοί, προσθήκαι, τχ. E΄, Αθήναι (Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών) 1997

σελ. 34: [φωτογραφία χειρογράφου του Κουτούζη] σελ. 35-39: Εισαγωγή σελ. 40-55: Κείμενα σελ. 40: I (αρχ.) Ο Έρωτας πάντα βαστά σαγγίτες και δοξάρι | και σαγιττεύει κορασιές, νέους και παλικάρια, 12 δίστιχα. σελ. 41-42: II (αρχ.) Τα ζώα όταν σμίξουσι κι είν’ αναμεταξύ τους,| όλα θωρείς να σκριμιδούν κατά την ορεξή τους, 25 δίστιχα. σελ. 42-47: III (αρχ.) Ω Μαρτελάε αδιάκριτε,| κεφάλι βουρλισμένο,| απού αντίς διά μυαλό | κροπιά είναι γεμισμένο, 60 τετράστ. στρ. σελ. 47-49: IV (αρχ.) Εις τί αξιοθρήνητον αιώνα εγεννηθήκαν!| τα πικραμμένα τέκνα μας και εις τί καιρό ευρεθήκαν!| Παρόμοιες ακαταστασίες ποτέ δεν εγνωρίσαν | οι γέροντες του τόπου μας, ουδέ τις εγροικήσαν, 29 δίστιχα. σελ. 49-50: V (αρχ.) Η Χαριάταινα αναπαύθη | και όλες ανακατωθήκαν | οι π[ουτάνες] και εβγήκαν | εις το μπόγιο παρευθύς, 13 τετράστ. στρ. σελ. 51-54: VI (αρχ.) Τρεις παπάδες προκομμένοι | τους εμπήκε στο κεφάλι | να επιτύχουν δίχως άλλο | μιαν υπόθεση μεγάλη, 39 τετράστ. στρ. σελ. 54-55: VII (αρχ.) Πέντε παιδία ηθέλησαν εφέτο να ζεχθούσι | ως τα γελάδια στο ζυγό και να στεφανωθούσι, 13 δίστιχα. ☼

 

–[±1800]►Ανώνυμοι☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, λοιποί προσολωμικοί, προσθήκαι, τχ. E΄, Αθήναι (Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών) 1997

σελ. 59: Εισαγωγή. σελ. 60-61: Κείμενα. σελ. 60-61: I (αρχ.) Γλυκώτατη ανεράϊδα μου, γιατί έτζι αγριεμένη,| τί σου έφταισα ο δύστυχης και είσαι έτζι κακιωμένη;, 15 δίστιχα. σελ. 61: II Ο Ψημάρης ο καημένος | εις το Κάστρο αρματωμένος | το σταντάρδο αγκαλιάζει,| την παντιέρα κατεβάζει,| εις του Μουσουγή την πάει | και τους Άρχοντες σφαλάει, 3 δίστιχα. σελ. 61: III (αρχ.) Λευθεριάς έφθασε η ώρα,| να χαρούμεν οι πιστοί.| Χριστιανοί και Οβραίοι τώρα | αδελφοί είμεθα πιστοί, 4 τετράστ. στρ. σελ. 62-64: Γλωσσάριον σελ. 65-66: Πίναξ κύριων ονομάτων σελ. 67: Περιεχόμενα. ☼

–[±1800]►Ανώνυμος, Ιωάννης Μικέλλης, Γεράσιμος διδάσκαλος Φωκαεύς, Γιακουμάκης πρωτοψάλτης [Επτά ποιήματα] ☺Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, «Σμυρναϊκά. Ο κώδιξ υπ’ αριθ. 43 [157] της βιβλιοθήκης της Ρουμανικής Ακαδημίας», Μικρασιατικά Χρονικά, 17 (1980) 57-76

[1.] Ανθολογία διαφόρων ποιημάτων.Κατά των τα συγγράμματα των πάλαι σοφών αναιρούντων (αρχ.) Μη, νέε, άρδην κατορχού αρχαίου φιλοσόφου,|ος δι’ αυτού οψίσοφος γέγονας εξ ασόφου, 15 δίστιχα, φ. 1r. [2.] Έτερον εις την εμαυτού τύχην (αρχ.) Ω δυσκλήρημα της Τύχης, ω κακών επιμονή! | Έως πότε σταθερότης, έως πότ’ υπομονή;, 12 στ., 15σύλλαβοι, ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, φ. 1r-1v. [3.] Ιω(άννου) Μικέλλη, (αρχ.) Τις αύτη παρ’ ελπίδα | της Σμύρνης η ποινή, 16 τετράστ. στρ., 1ος και 3ος στ. 7σύλλαβοι, 2ος και 4ος στ. 6σύλλαβοι, 1ος και 3ος στ. ανομοιοκατάληκτοι, 2ος και 4ο στ. πλεκτή ομοιοκαταληξία, φ. 42 v-42r. [ολόκληρο το κείμενο, ό.π., 73-74]. [4.] [Ανώνυμος] Εγκώμιον επί τη αισία επιβάσει του παναγιωτάτου π(ατ)ριάρχου κυρίου Γρηγορίου επί τον π(ατ)ριαρχικόν κ(αι) υψηλόν θρόνον (αρχ.) Μεταξύ φρικτών κυμάτων | διαφόρων συμπτωμάτων | η κοινή η ναυαρχίς, 15 τρίστ. στρ., 1ος και 2ος στ. 8σύλλαβοι, 3ος στ. 7σύλλαβος, 1-2 στ. ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, ο 3ος στ. των μονών στρ. ομοιοκαταληκτεί με τον 3ο στ. των ζυγών στρ., φ. 42 v – 43r. [5.] Γεράσιμος διδάσκαλος ο Φωκαεύς, Εις την σταύρωσιν του Σωτήρος (αρχ.) Ορών σε, φευ, φέροντα έλξιν ανόμων, 7 ιαμβικοί τρίμετροι, φ. 44 r. [6.] Ιάκωβος πρωτοψάλτης [=Γιακουμάκης], Οι επί του μνήματος Πέτρου Λαμπαδαρίου στίχοι (αρχ.) Την ηδύφωνον μουσικήν αηδόνα, 4 ιαμβικοί τρίμετροι, φ. 44 r. [7.] [Γιακουμάκης], Έτεροι επί των του Δανιήλ κολύβων (αρχ.) Δέσποτα τον σον ικέτην, φ. 44 r.

–*[προ 1805]► Ανώνυμος, Λουκιανού διάλογος, «Χάρων, Ερμής Νεκροί» ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 56-62

(αρχ.) Τα πράγματά σας, ω νεκροί, δίχως αμφιβολίαν, 121 δίστιχα. ©

–[μετά 1811]►[Αναγνώστης Σαλαμαλέκης;], [Ποίημα και ρίμα] ☺Νικόλαος Σταματιάδης, Σαμιακά, Β΄, Σάμος 1900, 436-492

σελ. 436-438: Τοις τιμιωτάτοις Επιτρόποις της Κοινότητος υγειαίνειν [πεζό, προλεγόμενα] σελ. 437: [1.] (αρχ.) Έργων θαυμαστών γενέται | τυραννίδος καθαιρέται | ανεδείχθησαν τανύν, 6 εξάστ. + 1 τριστ. στρ. σελ. 437: Περίληψις της ιστορίας [πεζό]. σελ 439-492: [2.] Ιστορική διήγησις των κατά την νήσον Σάμον συμβεβηκότων από αωη΄ άχρι του αωια΄ δια στίχων πολιτικών συγγραφεία αυτόπτη τινί και αυτηκόω πάντων , ού τ’ όνομα εν των τέλει ένεστι (αρχ.) Απ’ όλους παίρνω θέλημα, μικρούς τε και μεγάλους, 1.055 δίστιχα. [Το όνομα του συγγρ. δεν σημειώνεται στο τέλος· το προσθέτει σε υποσημείωση, σελ. 440, (εκ παραδόσεων γνωρίζομεν, κλπ.) ο εκδότης.]

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [δίστιχο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 34

Όσο βαστάει η δροσιά πριν ήλιος ανατείλει, | τόσο βαστάει κι η χαρά στου δυστυχή τα χείλη ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 39-40

(αρχ.) Η σειρήνα του πελάγου,| ως καθώς ομολογούσι, 11 τετράστ. στρ. ©

–[± 1810]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 79-80

(αρχ.) Όποιος θέλει το παιδί του | γραμματάκια να μαθαίνει, 15 τετράστ. στρ. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 81

(αρχ.) Οι παλαιοί ομολογούν πως είναι σκοτισμένος, 12 δίστιχα. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 82

(αρχ.) Όποιος κακομοιριασμένος | ευρεθεί αποδεμένος, 15 δίστιχα. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο σπάραγμα] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 83

(αρχ.) Στην πόλη δεν επούλησα γυναίκα εγώ καμία, 7 στ. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 83-85

(αρχ.) Παπά Νικόλαε, γεια σου,| είναι novità καμία;, 20 τετραστ. στρ. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 85

(αρχ.) Τα νυκτοπροβατίσματα και τα λυσσοπαιγνίδια, 2 δίστιχα. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 86

(αρχ.) Ψάρια, χέλια να μη φας, 2 δίστιχα. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 86

(αρχ.) Πάλα, Γέλα και Ξυδία, 8 στ. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [δίστιχο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 86

Ο της Ζακύνθου ο λαός πάντοτε τυφλωμένος | ήτο και είναι εξ αρχής και καταγελασμένος. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [άτιτλο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 86

(αρχ.) Τούτος εις δολιότητας είν’ έμπειρος κι ακνάτος, 2 δίστιχα. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [δίστιχο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 87

Όταν ο γυμνοσάλιαγκας θά ’βγει  απ’ το καυκί του,| πρώτα βγάνει το κέρατο, κι ύστερα το κορμί του. ©

–[προ 1813]►Νικόλαος Κουτούζης, [δίστιχο] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Β΄, Νικόλαος Κουτούζης, Αθήνα 1966, 87

Ο υιός της αμαρτίας | αρχηγός της εκκλησίας. ©

–[προ 1820;]► Ανώνυμος, [Ερωτική αλφάβητος σε διαλογική μορφή] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 34-36

(αρχ.) Αν ήταν βολεζάμενο ναν τό ’βλεπες κυρά μου, 61 δίστιχα. ©

–[προ 1814]► Ανώνυμος, [Σάτιρα] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 52-54

(αρχ.) Όποιος θε να μετωριστεί μ’ εμένα το Μπαμπάλη, 24 δίστιχα. ©

–[προ 1814]► Ανώνυμος, [Σάτιρα] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 53-55

(αρχ.) Πριχού το λαμπρόν άστρον | τσ’ αυγής είχε προβάλει, 16 τετραστ. στρ. ©

–[προ 1820;]► Ανώνυμος, [Ερωτική αλφάβητος, σπάραγμα] Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 36-38

(αρχ.) Νεράιδα στορισμένη,| πού ήβρες την ομορφιά;, 12 τετραστ. στρ. [με γράμματα αλφαβήτου οι στρ. 3-11.] ©

–[προ 1820]► Ανώνυμος, [Ερωτικό] ☺Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, Προσολωμικοί, τχ. Γ΄, Αθήνα 1973, 39-41

(αρχ.) Στοχάσου, κόρη,| λίγο, λιγάκι, 28 τετραστ. στρ. ©

–►[Χειρόγραφη ανθολογία Ραιδεστηνού] ±1800-1820

[Αντιγράφεται, ταξινομημένο κατά σελίδες, του ευρετήριο πρώτων στίχων από το: Αντεια Φραντζή, επιμ. Μισμαγιά. Ανθολόγιο φαναριώτικης ποίησης κατά την έκδοση Ζάση Δαούτη (1818), Αθήνα 1993, 263-268

σελ. 1: (αρχ.) Και αυτό πως ανασαίνω, σελ. 1: (αρχ.) Τώρα πια αποφασίζω, σελ. 1: (αρχ.) Αυτό τ’ είναι το δικόν μου, σελ. 2: (αρχ.) Οπόταν είσαι μοναχή, σελ. 2: (αρχ.) Μετά ασπλαχνίας άκρας, σελ. 3: (αρχ.) Τρέξετ’ έρωτες ελάτε, σελ. 3: (αρχ.) Τα άνθη είν’ προσωρινά, σελ. 4: (αρχ.) Την ωραίαν σου εικόνα, στον καθρέπτην αν ιδείς, σελ. 12: (αρχ.) Έρωτα όλη η δόξα, σελ. 13: (αρχ.) Τί ζωή πολλά αθλία, σελ. 13: (αρχ.) Τελεία και σωστή χαρά, σελ. 14: (αρχ.) Ω σελήνη λαμπροτάτη, σελ. 14: (αρχ.) Την ώρα π’ αξιώνομαι, να σε ιδώ ψυχή μου, σελ. 15: (αρχ.) Στόμα έμπλεον σοφίας, και απείρων αρετών, σελ. 15: (αρχ.) Πως βαστάς καρδιά μ’ θαυμάζω, σελ. 16: (αρχ.) Να επαινέσω μέλλω, σελ. 16: (αρχ.) Μέσα σε πέλαγος βαθύ, σελ. 16: (αρχ.) Από τα γλυκά σου μάτια, τρέχει αθάνατον νερόν, σελ. 17: (αρχ.) Τα κάλλη έχουν φυσικά, σελ. 17: (αρχ.) Σε θάλασσα πλατιά, σελ. 17: (αρχ.) Όταν αναθύμιασες των στεναγμών πληθύνουν, σελ. 17: (αρχ.) Με ίδρωτας με κόπους, σελ. 18: (αρχ.) Ό,τι κι αν επιθυμήσει, σελ. 18: (αρχ.) Έγινε νεκρανάστασις, ανέλπιστη σε μένα, σελ. 18: (αρχ.) Αυξήσανε οι στεναγμοί, σελ. 19: (αρχ.) Τί σκληρότης είναι φως μου, αφού τόσον σε ποθώ, σελ. 19: (αρχ.) Με δύο πάθη τυραννούμαι, σελ. 19: (αρχ.) Μεγάλα είν’ αληθινά, σελ. 20: (αρχ.) Τα εναντία λέγουνε, πως πάλιν θεραπεύουν, σελ. 20: (αρχ.) Πλέον θε να παραιτηθώ, σελ. 20: (αρχ.) Έλα φως μου να κάμωμεν, οι δυό μια συμφωνία, σελ. 20: (αρχ.) Ας κλαύσ’ απαρηγόρητα, την τύχη μ’ να θρηνήσω, σελ. 21: (αρχ.) Τα άνθη είν’ προσωρινά, σελ. 21: (αρχ.) Στες λύπες μου ανακωχήν, σελ. 21: (αρχ.) Δεν μπορώ πλέον να ζήσω, σελ. 22: (αρχ.) Ω θαυμαστόν ανθρώπινον, γένος πλάσμα και τέρας, σελ. 22: (αρχ.) Τί μεγάλην εξουσίαν, και ισχύν δυναστική, σελ. 22: (αρχ.) Καρδιάν όπου πιστεύθηκες, κι έλαβες αμανέτι, σελ. 23: (αρχ.) Το δένδρον της αγάπης σου, με φύλλα πιστοσύνης, σελ. 23: (αρχ.) Το κάλλος με υπερβολή, σελ. 23: (αρχ.) Επήρα την απόφασιν, πλέον απ’ το πουλί μου, σελ. 24: (αρχ.) Της τύχης η κακή βουλή, σελ. 24: (αρχ.) Πρέπει πλέον να ελπίσω, σελ. 24: (αρχ.) Θαυμάζω όταν βιασθώ, σελ. 25: (αρχ.) Το λέγουν όλοι καθαρά, σελ. 25: (αρχ.) Φίλοι μου ηλικιώται, σελ. 25: (αρχ.) Πολλά με κακοφαίνεται, να απιστείς ω φως μου, σελ. 26: (αρχ.) Πρώτα τόσον της φιλίας, σελ. 26: (αρχ.) Εφάνη ήλιος λαμπρός, σελ. 26: (αρχ.) Ευθύς οπού ανταμωθώ, σελ. 27: (αρχ.) Η αβέβαιος κινείται, σελ. 27: (αρχ.) Εϊ γγιονιουλφεργιαζειλεμε, σαπρεϊλετζιουζιζεμαν | κ’ ίσως την υπομονήν σου, λυπηθεί η τύχη μ’ καν, σελ. 28: (αρχ.) Τα μάτια μου εθάμπωσαν, κι αλλάξαν την θωριά τους, σελ. 28: (αρχ.) Μετά την στέρησίν σου, σελ. 28: (αρχ.) Η θέλησις αληθινά, σελ. 29: (αρχ.) Πάντα λέγεις να ελπίζω, πάντα λές να καρτερώ, σελ. 29: (αρχ.) Έχεις κάλλος νούρι φως μου, κορωνίς είσαι πασών, σελ. 29: (αρχ.) Απορώ πώς να αρχίσω, σελ. 30: (αρχ.) Τώρα πλέον ταξιδεύω, σελ. 30: (αρχ.) Παρακαλώ καρδίτζα μου, εις όσους κι αν γνωρίζεις, σελ. 30: (αρχ.) Να επαινέσω μέλλω, σελ. 31: (αρχ.) Τόση πολλή υπομονή, σελ. 31: (αρχ.) Με το μιζράπι των ματιών, ’που ’ναι γεμάτα νούρι, σελ. 31: (αρχ.) Αμάν από τα χέργια σου, κι απ’ τα πικρά σου λόγια, σελ. 32: (αρχ.) Εις το άκρον της κακίας, ήλθ’ η τύχη μου βαθμόν, σελ. 32: (αρχ.) Όλα τα πράγματα καιρόν, σελ. 32: (αρχ.) Άλλο δεν είν’ να συγχύζει, σελ. 33: (αρχ.) Μία ψυχή σε δυό κορμιά, λέγουν οι προκομμένοι, σελ. 33: (αρχ.) Τί καρδιά να δαγαντίσει, σελ. 33: (αρχ.) Οι  χάρες κ’ οι λαμπρότητες, σελ. 34: (αρχ.) Ενός ρόδου θεωρία, σελ. 34: (αρχ.) Δύο γνώμες το να συμφωνούν, σελ. 35: (αρχ.) Της ευμορφιάς σου, η θεωρία, σελ. 35: (αρχ.) Οι πόρτες βλέπω σφάλισαν, σελ. 35: (αρχ.) Έχει αλήθεια κάποια χάρη, σελ. 36: (αρχ.) Το φως από τον ήλιον, δέχεται το φεγγάρι, σελ. 36: (αρχ.) Καθώς η θάλασσα αυτό, πάντα το συνηθίζει, σελ. 37: (αρχ.) Δύο γνώμες το να συμφωνούν, σελ. 37: (αρχ.) Φώς μου η ζωηρότης, σελ. 37: (αρχ.) Από τα γλυκά σου μάτια, τρέχει αθάνατον νερόν, σελ. 38: (αρχ.) Τα θέλγητρα που έχεις, αγάπη μ’ φυσικά, σελ. 38: (αρχ.) Όποιος πια αποφασίσει, σελ. 38: (αρχ.) Νεότης μου αθλία, σελ. 39: (αρχ.) Μόλις κι εγ’ αξιώθηκα, με κόπους με μηνέτια, σελ. 39: (αρχ.) Έως τώρα ημπορούσα, σελ. 39: (αρχ.) Δύο καρδιών αλισβερίσι, σελ. 40: (αρχ.) Παράδειγμα εφάνηκες, στην καθαράν φιλίαν, σελ. 41: (αρχ.) Ω Μαΐου νουμηνία, σελ. 41: (αρχ.) Στα μάτια όπου λακταρώ, σελ. 42: (αρχ.) Του χωρισμού το πάθος, σελ. 42: (αρχ.) Προσώπου κάλλος, σελ. 43: (αρχ.) Την ώρα π’ αξιώνομαι, να σε ιδώ ψυχή μου, σελ. 43: (αρχ.) Που Ηράκλειτος να κλαύσει, σελ. 43: (αρχ.) Η φοβερά και σκοτεινή, σελ. 44: (αρχ.) Στο ταξίδι της ζωής μου, σελ. 44: (αρχ.) Ηθέλησα ν’ αντισταθώ, σελ. 45: (αρχ.) Την ώρα π’ αξιώνομαι, να σε ιδώ ψυχή μου, σελ. 45: (αρχ.) Βιάζομαι και λαχταρώ, σελ. 45: (αρχ.) Γαζέτες και για μένα, πρέπει να τυπωθούν, σελ. 46: (αρχ.) Και αυτό πως ανασαίνω, σελ. 46: (αρχ.) Αχ βετζιχιους νιουν σεϊριδερκεν, σελ. 47: (αρχ.) Αυτό τ’ είναι το δικό μου, σελ. 48: (αρχ.) Πρώτα πρέπει να χαρείς, σ’ αυτό που ηξιώθεις, σελ. 49: (αρχ.) Τί μεγάλη απορία, σελ. 50: (αρχ.) Ηθέλησεν η τύχη μου, μόλις να μ’ ελεήσει, σελ. 51: (αρχ.) Στοχάζομαι και απορώ, στην τωρινήν φιλίαν, σελ. 52: (αρχ.) Ω τί θλίψις αιφνιδία, σελ. 52: (αρχ.) Τώρα πια αποφασίζω, σελ. 53: (αρχ.) Η παντουργική σοφία, σελ. 55: (αρχ.) Αχ βετζιχιους νιουν σεϊριδερκεν, σελ. 56: (αρχ.) Μόλις ηύρα ησυχίαν, σελ. 57: (αρχ.) Στο πέλαγος του βίου, σελ. 57: (αρχ.) Με βεβαιώνει αρκετά, σελ. 58: (αρχ.) Το εδικόν μου ριζικόν, σελ. 58: (αρχ.) Το φως μου όταν με θωρεί, σελ. 58: (αρχ.) Δεν είν’ τρόπος όταν θέλει, σελ. 59: (αρχ.) Μεταξύ φρικτών κυμάτων, σελ. 59: (αρχ.) Είναι στον κόσμον, και άλλα κάλλη, σελ. 61: (αρχ.) Τάχα ’φάνη κι απ’ αιώνος, τέτοια δύσκολος πληγή, σελ. 62: (αρχ.) Μ’ ένα βλέμμα ιλαρόν, σελ. 63: (αρχ.) Δεν μπορώ πλέον να ζήσω, σελ. 64: (αρχ.) Πως βαστάς καρδιά μ’ θαυμάζω, σελ. 77: (αρχ.) Ω άνεμε κακοποιέ, πες με γιάτ’ εμποδίζεις.  ♫style='color:black'>

–►[Χειρόγραφη ανθολογία Ι. Μπάκρη] ±1810-1850  style='color:black'>☺Νίκος Σβορώνος, «Μια χειρόγραφη ανθολογία (μισμαγιά) με τραγούδια ελληνικά και τουρκικά και δύο εθνικά στιχουργήματα», Ελληνογαλλικά. Αφιέρωμα στον Roger Milliex, Αθήνα 1990, 599-621 [συνοπτική περιγραφή· προφανώς καταρτίστηκε στη διάρκεια αρκετών χρόνων, τουλάχιστον από 3 χέρια. Μικροφίλμ στο Μ.Ι.Ε.Τ.]

[Αντιγράφω όσα αναγράφονται λεπτομερέστερα: 1. Γεώργιος Φερζουλάς, Στίχοι κατά της αστάτου σφαίρας (αρχ.) Σφαίρα, όταν εμποδίζεις. 2. Ιωάννης πεστενικιάρης (αρχ.) Ο έρως τρέχοντας εις το δάσος, τετράστ. στρ. + επωδός. 3. Φαναριώτικα ομοιοκατάληκτα δίστιχα, περίπου 30. 4. Δημοτικά δίστιχα, 29. 5. Ανώνυμος (αρχ.) Μια γριά εξήντα χρόνων | χωρίς δόντια, μ’ ένα μάτι,| εις τον γέρον της με πόνον | έλεγεν ερωτικώς, 7 τετράστ. στρ. (η 7η επαναλαμβάνεται). 6. (αρχ.) Νέος Άρης τώρα τρέχει, 8 εξάστ. στρ. [η πληρέστερη γνωστή μορφή· εκδίδεται στις σελ. 615-617, επισκόπηση των παραλλαγών, σελ. 605-607]. 7. Του πατριάρχου Γρηγορίου εγκώμιον (αρχ.) Όλος ο κόσμος με χαράν | ανέτειλε φωνάζει, 8 τετράστ. στρ. [εκδίδεται στις σελ. 620-621· αμφίβολο αν για τον Γρηγόριο Ε ή τον Στ΄style='color:black'>, αν όμως για τον Στ΄, τότε η χρονολόγηση του στιχουγρήματος κατεβαίνει στα 1876.]

–[προ 1820]►Σπυρίδων Τρικούπης, Η λίμνη του Μεσολογγίου [Εστία, 1 (1876) 368· Ματαράγκας 1880, 360-361· Ελλάς, 2 (1908) 55]

(αρχ.) Εις την λίμνη κυματούσα μιαν ανέφελη νυχτιά· η πολύπαθη καρδιά μου εποθούσε μοναξιά, 16 δίστιχα.

–►Ανώνυμος, [Άτιτλο ποίημα]

(αρχ.) Πηδούν τα ψάρια στον γιαλόν, τα πρόβατα στον κάμπον

☻Μνημονεύεται σε γράμμα του Τερτσέτη στον Vl. Brunet de Presle, 5.3.1847, βλ. Ντ. Κονόμος, Ο Γ. Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα-του,  Αθ. 1984, 25.

διεύθυνση επικοινωνίας: politis@phl.uoc.gr